α. Περί μετανοίας· και τί λογής αγώνα ψυχής, και πόνον καρδίας έχει εκείνος οπού μετανοεί με Πνεύμα συντετριμμένον, και με κατάνυξιν.
β. Ποία είναι εκείνα οπού λέγει, και εύχεται προς τον φιλάνθρωπον Θεόν.
γ. Και περί φόβου Θεού.
α.
Ποίος άνθρωπος ευρίσκεται ποτέ εις τον κόσμον, οπού ώντας φαρμακευμένος
με θανατηφόρον φαρμάκι, και έχωντας πόνους πολλούς, και σφοδρούς μέσα
εις τα εντόσθιά του ημπορεί να βάλη εις τον νουν του, ή να φροντίση
τελείως διά καμμίαν μικράν πληγήν οπού να έχει επάνω εις το δέρμα τού
κορμιού του; Ότι ο πόνος οπού είναι μέσα του, σκεπάζει κάθε άλλον
πόνον, ή πληγήν οπού να είναι έξωθεν, και η πολλή θλίψις τής καρδίας
του, δεν τον αφίνει να στοχασθή, και να ιδή τας εξωτερικάς πληγάς· αλλά
από τον πολύν πόνον, και την ανυπόφορον οδύνην του, αλησμονεί τας πληγάς
οπού έχει απέξω, και ξεσχίζει τα ρούχα του με τα χέρια του, και με τα
ονύχια των χειρών του ξύει τας πληγάς τού σώματός του, και αλησμονεί και
τους γονείς του, και τους φίλους του, και δεν γυρίζει να ιδή κανένα
άνθρωπον, ουδέ γυρίζει να κοιτάξη αυστηρώς εκείνον οπού τον καταράται,
ουδέ φροντίζει διά τα πράγματά του, αλλά αφίνει τον πλούτον του να τον
αρπάζει όποιος θέλει·