ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

«Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό καί γιά τόν Θεό»,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

 
 Σήμερα μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ  θά ἀναλύσουμε ἕνα θέμα σχετικό μέ τήν ὕπαρξή μας, μέ τόν ἄνθρωπο καί τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πολλοί τά ἀνφέρουν ὡς ὑπαρξιακά προβλήματα ἤ ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις.
 Κάποια στιγμή στήν ζωή του ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀναρωτιέται: – Ποιός εἶμαι; -Ἀπό ποῦ ἦρθα; – Ποιός εἶναι ὁ προορισμός μου; – Ποῦ πηγαίνω; – Γιατί ὑπάρχω; Αὐτά εἶναι καίρια ἐρωτήματα κι, ἄν κανείς δέν τά ἔχει ἀπαντήσει, δέν βρίσκει νόημα στήν ζωή του, δέν ἔχει ἔννοια ἡ ζωή του. Ἔλεγαν κάποιοι σύγχρονοι φιλόσοφοι ὅτι οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἔχουν αὐτό τό πρόβλημα: δέν βρίσκουν δηλαδή νόημα στήν ζωή τους, δέν ξέρουν γιατί ζοῦν. Ἀναζητοῦν ἕνα νόημα καί ἄλλος προσπαθεῖ νά γεμίσει τήν ζωή του ἀσχολούμενος μέ κοινωφελεῖς ὀργανώσεις, ἄλλος ἀσχολεῖται μέ τά καλλιτεχνικά, τήν λογοτεχνία, τόν ἀθλητισμό κ.λ.π. ἄλλος μέ ἕνα χόμπυ πού τάχα θά τόν γεμίσει, προσπαθώντας νά καλύψει τό ὑπαρξιακό του κενό. Τελικά ὅλα αὐτά, ἄν ρωτήσουμε αὐτούς πού τά ἐξασκοῦν, θά μᾶς ποῦν ὅτι εἶναι ἀνεπαρκῆ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος παραμένει στόν ἑαυτό του, στό ἐγώ του, παραμένει μόνος του καί δέν παίρνει ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ «ποιός εἶναι», γιατί αὐτή ἡ ἀπάντηση ἔρχεται ἀπό τόν Θεό.
Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού μᾶς ἔφτιαξε καί θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά ταπεινωθεῖ σ’ αὐτή τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, νά πιστέψει δηλαδή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι στήν ἀπιστία, στήν ἀμφιβολία, στόν λεγόμενο σκεπτικισμό, στόν ἀγνωστικισμό, ὅσο δέν δέχεται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά πάρει ἀπάντηση σέ αὐτά τά ἐρωτήματα. Ἀκόμα κι ἄν δώσει ἀπάντηση, πάλι δέν ἱκανοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὅμως κανείς πιστέψει στόν Θεό, στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὅταν ταπεινωθεῖ καί ἀφεθεῖ στόν Θεό, τότε καταλαβαίνει πολύ καλά ποιός εἶναι, ποιός τόν ἔφτιαξε, ποιά εἶναι ἡ ἀρχή του καί ποιό τό τέλος του -ἄν ὑπάρχει τέλος- ποιός εἶναι ὁ σκοπός πρός τόν ὁποῖο πηγαίνει καί γιά τόν ὁποῖο πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος. Αὐτά ὅλα λοιπόν τά βρίσκουμε μέσα στίς Ἅγιες Γραφές καί γενικότερα μέσα στήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Σήμερα θά ποῦμε λοιπόν μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Κατ΄ ἀρχάς ὀ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό. Δέν φτιάχτηκε οὔτε τυχαῖα, ὅπως λένε κάποιοι ἄθεοι, οὔτε πλάστηκε ὡς κάποιο προϊόν ἀνάγκης, ὅπως λένε κάποιοι ἄλλοι, λόγω κάποιων διεργασιῶν χημικῶν. Τό νά ὑποστηρίξει κανείς ὅτι τά διάφορα ἄτομα καί τά μόρια ἔκαναν τέτοιες ἑνώσεις καί δομές, ὥστε νά φτιάξουν τά μεγαλύτερα μόρια, τά μακρομόρια, τά μακρομόρια νά φτιάξουν τά ἀκόμα μεγαλύτερα τίς πρωτεΐνες, οἱ πρωτεΐνες νά ἑνωθοῦν κατάλληλα ἡ μία μέ τήν ἄλλη, ὥστε νά φτιάξουν τό DNA κ.λ.π. εἶναι τελείως τρελό, καί τό παραδέχονται καί οἱ ἴδιοι οἱ ἐπιστήμονες. Αὐτό μέ τήν κοινή λογική -ἀλλά καί μαθηματικά ἀποδεδειγμένο- εἶναι τρελό. Παρόλα αὐτά κάποιοι θεωροῦν ὅτι ἰσχύουν, ἐπειδή τά λέει ἡ ἐπιστήμη. Ἡ πραγματική ἐπιστήμη δέν λέει ὅμως κάτι τέτοιο. Ἁπλῶς κάποιοι ἔχουν διατυπώσει διάφορες θεωρίες, ὅπως τοῦ Δαρβίνου, τῆς ἐξελίξεως, τῆς ἀρχέγονης σούπας κτλ. Ἡ θεωρία τῆς ἀρχέγονης σούπας λέει ὅτι τό σύμπαν στήν ἀρχή ἦταν σάν μία σούπα καί ἐκεῖ μέσα μέ τίς ἠλεκτρικές ἐκκενώσεις, δημιουργήθηκαν τά πρῶτα μόρια καί μέ τήν συνένωσή τους ἔφτιαξαν τά πρῶτα κύτταρα. Ἄν μποροῦν νά τό κάνουν καί σήμερα, θά τούς παραδεχτοῦμε! Μέχρι τώρα δέν ἔχουν καταφέρει νά φτιάξουν ἕνα κύτταρο…
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν πλάστηκε ἀπό τόν Θεό σέ ἀντίθεση μέ τίς θεωρίες πού ὑπάρχουν καί τίς ἄδραξαν οἱ ἄθεοι, γιατί τούς βόλευαν. Σήμερα τίς «λανσάρουν» στά σχολεῖα μας σάν ἐπιστημονική γνώση. Ἄν δεῖτε στά σχολικά βιβλία ἡ θεωρία τοῦ Δαρβίνου – τονίζω τήν λέξη θεωρία – περνάει σάν παραδεκτή ἀπό ὅλους ἐπιστημονική γνώση, ἐνῶ εἶναι ἁπλῶς μία θεωρία. Ἀντίστοιχα ὑπάρχει καί ἡ ἀντίστροφη θεωρία τῆς δημιουργίας. Μέσα στούς ἐπιστήμονες ὑπάρχουν οἱ λεγόμενοι δημιουργισταί, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ κόσμος ἔγινε ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στήν Ἁγία Γραφή. Ὡστόσο ἐπειδή μᾶς κυβερνοῦν ἄθεοι, περνᾶνε αὐτά τά ψεύτικα μηνύματα στά παιδιά. Πρέπει λοιπόν ἐμεῖς νά λέμε στά παιδιά νά μήν πιστεύουν αὐτές τίς θεωρίες. Ἐπιτέλους ἄς μᾶς δείξουν καί ἕναν πίθηκο πού ἔγινε ἄνθρωπος! Ἀφοῦ κάποιοι θεωροῦν ὅτι ἰσχύει ἡ θεωρία αὐτή καί ὅτι συνέβη κάποτε, τότε γιατί νά μήν μπορεῖ νά γίνει καί σήμερα; Γιατί νά μήν συνεχίζεται; Καί σήμερα θά ἔπρεπε νά ἔχουμε ἐνδιάμεσους πιθηκανθρώπους νά κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας, ἀλλά φυσικά κάτι τέτοιο δέν ὑπάρχει!
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν πλάστηκε ἀπό τόν Θεό. Δεύτερον, ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά τόν Θεό. Ὄχι γιά τόν ἑαυτό του. Πολλοί σήμερα μᾶς παροτρύνουν νά κάνουμε πράγματα γιά τόν ἑαυτό μας. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν λειτουργεῖ γιά τόν ἑαυτό του, ἀρρωσταίνει. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά λειτουργεῖ γιά τόν Θεό καί μόνο. Μόνο τότε ἔχει ὑγεία ψυχική πρῶτα καί κατόπιν καί σωματική.
Τρίτον, ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά ἀπολαμβάνει αἰώνια τόν Θεό, νά μετέχει στήν μακαριότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι ἡ ἄπειρη μακαριότητα, ἡ ἄπειρη εὐτυχία καί ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά ἑνωθεῖ μέ αὐτήν τήν ἄπειρη μακαριότητα, νά γίνει δηλαδή κι αὐτός Θεός κατά χάριν. Αὐτός εἶναι ὁ προορισμός μας. Τόσο μεγάλο πράγμα ἔχουμε γιά προορισμό, νά γίνουμε Θεοί κατά χάριν. Πόσο στεροῦνται αὐτοί οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι οἱ ἄθεοι πού δέν θέλουν νά πιστέψουν! Μένουν μόνοι τους, μέ τήν ἀθεΐα τους, μέ τήν ἀπιστία τους καί μέ τά ἀναπάντητα ἐρωτήματά τους.
Θυμᾶμαι εἶχε ἔρθει κάποτε στό Ἅγιο Ὄρος ἕνας ψυχολόγος καί μοῦ εἶπε ὅτι ἦρθε στό Ὄρος, γιατί τόν ἔπιασαν τά ὑπαρξιακά του! Σκέφτηκα κι ἐγώ μέσα μου, ὅτι, ἄν αὐτός ὁ ψυχολόγος, πού βοηθάει τούς ἀνθρώπους – ὑποτίθεται – νά λύσουν τά ψυχολογικά τους, ἔχει ὁ ἴδιος προβλήματα ὑπαρξιακά καί ἀναπάντητα ἐρωτήματα, τότε τί βοήθεια θά προσφέρει ὁ καημένος στούς ἄλλους ἀνθρώπους; Πρέπει πρῶτα νά ἔχει λύσει ὁ ἴδιος τά δικά του ὑπαρξιακά προβλήματα, νά ἔχει πάρει τήν ἀπάντηση στά θεμελιώδη αὐτά ἐρωτήματα, ὥστε νά συμβουλεύσει καί τούς ἄλλους. Ἄν δέν τό ἔχει κάνει αὐτό, τί νά πεῖ στούς ἄλλους μετά;
Ἄς ἀναλύσουμε τό πρῶτο, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό. «Σκέψου ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή». Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «πάντα δι’ αὐτοῦ ἔκτισται» (Κολ. 1,16). Ὅλα χτίστηκαν ἀπό Αὐτόν, ἀπό τόν Θεό. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἐπίσης διαβάζουμε: «Ὁ Θεός εἶπε καί ἐγενήθησαν τά πάντα». Στόν ἄνθρωπο μάλιστα δέν εἶπε, ἀλλά τόν ἔπλασε μέ τά ἴδια Του τά χέρια, ἔκανε μία ἰδιαίτερη δημιουργική πράξη. Τόν ἔπλασε τήν ἕκτη ἡμέρα, ἀφοῦ εἶχε δημιουργήσει τίς προηγούμενες μέρες ὅλο τό σύμπαν καί τά ζῶα καί τά φυτά. Ἔπλασε τόν ἄνθρωπο ξεχωριστά σάν ἕνα πριγκηπόπουλο καί τόν ἔβαλε μέσα σ’ αὐτό τό παλάτι πού εἶχε φτιάξει. Ὅλο αὐτό τό σύμπαν εἶναι ἕνα ὑπέροχο παλάτι πού τό ἔκανε ὁ Θεός γιά μᾶς.
«Ὁ Θεός λοιπόν εἶναι ἡ πρώτη σου ἀρχή. Ἀπό Αὐτόν προέρχονται τά πάντα. Σκέψου τώρα ἐσύ ποῦ ἦσουν ὅλο τόν περασμένο αἰῶνα, πρίν ἔρθεις στήν ὕπαρξη;». Ποῦ ἦσουν πρίν συλληφθεῖς ἀπό τούς γονεῖς σου; Δέν ὑπήρχαμε πουθενά. Μήν πιστεύετε αὐτές τίς θεωρίες περί μετενσαρκώσεως, τίς ὁποῖες ἔχουν υἱοθετήσει ἀκόμα καί Ὀρθόδοξοι. Ἡ προΰπαρξη τῶν ψυχῶν εἶναι τελείως λάθος, εἶναι παραμύθι τοῦ διαβόλου. Δέν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα. Αὐτά τά ἔλεγαν καί οἱ ἀρχαῖοι καί καταδικάστηκαν. Αὐτή ἡ θεωρία περί προΰπαρξης τῶν ψυχῶν εἶναι αἵρεση.
«Ἦσουν θαμμένος στήν ἄβυσσο τῆς ἀνυπαρξίας, χωρίς ψυχή, χωρίς σῶμα, χωρίς καμμία ἐνέργεια, χωρίς καμμία ἀξία, στερημένος ἀπό κάθε πραγματική ὕπαρξη. Τώρα ἄν -ὑποθετικά μιλώντας- ἦσουν πρίν ἀπό τήν δημιουργία ἕνας κόκκος ἄμμου, πόσο ὀφειλέτης εἶσαι στόν Κύριο, πού σέ μετέβαλλε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόκκο σέ ἕνα κτίσμα λογικό καί δεκτικό τόσων ἀγαθῶν»! Ἀπό ἕναν ἄψυχο, κρύο κόκκο, σέ ἔκανε ἕνα τέλειο ὄν, πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος, μέ σῶμα καί ψυχή.
«Γιά τόν λόγο αὐτόν λοιπόν πόσο ὁφειλέτης εἶσαι στόν Θεό τώρα, πού σέ μετέβαλλε, ὅχι ἀπό ἕναν κόκκο ἄμμου, ἀλλά ἀπό ἕνα τελείως ἀνύπαρκτο, σέ ἕνα τέλειο πλάσμα». Γιατί ἐπιτέλους ἀκόμα καί ὁ κόκκος ἄμμου εἶναι κάτι πού ὑπάρχει. Ὁ Θεός ὅμως δέν σέ ἔφτιαξε ἀπό κάτι πού προϋπῆρχε, ἀλλά ἀπό τό τίποτα, ἀπό τό μηδέν, ἀφοῦ ἦσουν ἀνύπαρκτος.
«Πόσο περισσότερο πρέπει νά Τόν εὐγνωμονεῖς καί μάλιστα πού χρησιμοποίησε γιά ὠφέλειά σου μία ἄπειρη δύναμη, ἡ ὁποία χρειάζεται ἀπαραίτητα γιά νά νικήσει τό ἄπειρο διάστημα πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στήν ὕπαρξη καί στήν ἀνυπαρξία καί ἔτσι νά σέ δημιουργήσει». Πόση εἶναι ἡ ἀπόσταση τῆς ὕπαρξης ἀπό τήν ἀνυπαρξία; Ἄπειρη. Αὐτό τό ἄπειρο διάστημα τό ξεπέρασε ὁ Θεός μέ τήν δύναμή Του. Πόσο πρέπει νά Τόν ευχαριστήσεις;
«Καί ἐπιπλέον διότι ὁ Θεός χρησιμοποίησε γιά σένα καί μιά ἄπειρη ἀγάπη καθόσον σέ διάλεξε ἀνάμεσα ἀπό πολλά ἄλλα ἀναρίθμητα κτίσματα!». Ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος, θά μποροῦσε ὁ Θεός νά μέ κάνει ζῶο γιά παράδειγμα. Ἀπό χιλιάδες ὄντα καί εἴδη, διάλεξε ἐμένα νά μέ κάνει ἄνθρωπο. Θά μποροῦσε νά κάνει κάτι ἄλλο πού νά Τόν ὑπηρετεῖ καί νά Τόν ἀγαπάει μέ ὄλη του τήν καρδιά, ὅπως εἶναι οἱ Ἄγγελοι.
«Παρόλα αὐτά ὁ Θεός ἔστησε τούς ὀφθαλμούς Του σέ σένα, σχεδόν προτιμώντας τήν δική σου ὠφέλεια ἀπό τήν ἴδια Του τήν τιμή, μόνο καί μόνο γιά νά σέ εὐεργετήσει». Κατά κάποιο τρόπο ρισκάροντας, θά λέγαμε, ὁ Θεός, καθώς ἔχει δώσει στόν ἄνθρωπο τό αὐτεξούσιο καί μπορεί νά Τοῦ πεῖ ὅτι δέν θέλει νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν προσκυνάει. Παρόλα αὐτά μᾶς ἔφτιαξε.
«Καθώς ἐσένα κοίταξε ὁ Θεός μέ εὔνοια καί σέ προτίμησε σέ ὅλα τά χρόνια. Καί θέλησε κατ’ εὐδοκία Του νά σέ πλάσει σέ ὁρισμένο χρόνο κατ’ εἰκόνα Του. Ἐσένα μονάχα ἀπό ὅλα τά ἄλλα ζῶα καί καθ’ ὀμοίωσιν, μέ τόση προσοχή καί ἐπιμέλεια καί ἀγάπη, σάν νά μήν ἤθελε νά δημιουργήσει κάποιον ἄλλο, παρά μονάχα ἐσένα στόν κόσμο». Τόση φροντίδα ἔχει δείξει ὁ Θεός στόν καθέναν ἀπό μᾶς. Βλέπετε ὁ καθένας μας εἶναι μοναδικός καί σωματικά καί πνευματικά καί ψυχικά. Κανένας ἄνθρωπος δέν εἶναι ἴδιος μέ τόν ἄλλον. Μᾶς ἔπλασε λοιπόν μέ τέτοια ἀγάπη, φροντίδα καί στοργή σάν νά ἤμασταν οἱ μοναδικοί, σάν νά μήν εἶχε κάποιον ἄλλον νά φροντίσει.
Λέει ὁ ψαλμωδός: «ὁ πλάσας κατά μόνας τάς καρδίας αὐτῶν» (Ψαλμ. 32,15). Καί ἕνας θεολόγος, ὁ Τερτιλιανός, λέει γιά τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου αὐτά τά ὡραῖα λόγια: «Σκέψου τόν Θεό ὁλόκληρο νά ἀσχολεῖται καί νά προσέχει τόν ἄνθρωπο μέ τό χέρι, μέ τήν αἴσθηση, μέ τό ἔργο, μέ τήν σκέψη, μέ τήν σοφία, μέ τήν πρόνοια! Ἰδιαίτερα ὅμως μέ τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία χάραξε στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ τά χαρακτηριστικά, ὅπως θά διαμορφωνόταν ὁ πηλός. Τέτοιος θά ἦταν καί ὁ Χριστός, ὅταν θά γινόταν ἄνθρωπος». Φτιάχνει ἐμᾶς δηλαδή μέ τό σχέδιο τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, δέν εἶχε γεννηθεῖ ἀκόμα. Κι ὅμως ἔφτιαξε τόν Ἀδάμ κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή ἄς ποῦμε ὅτι προέτρεξε ὁ Ἀδάμ τοῦ Χριστοῦ. Τόσο μᾶς τίμησε ὁ Θεός, δίνοντας στόν κάθε ἄνθρωπο τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
«Καί λοιπόν, ποιός μπορεῖ νά καταλάβει αὐτό τό ἀμέτρητο χρέος πού ἔχεις ἀπέναντι στόν Θεό, γι’ αὐτήν τήν ἀσύγκριτη εὐεργεσία πού σοῦ ἔκανε καί ἀπό τό τίποτα πού ἦσουν σέ ἔπλασε ἄνθρωπο;». Σέ ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία, στήν ὕπαρξη. Ἄραγε Τόν ἔχουμε εὐχαριστήσει ποτέ γι’ αὐτό; Εἴπαμε ποτέ ἕνα εὐχαριστῶ πού ἐνῶ δέν ὑπήρχαμε μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξη;
«Ἀλλά δέν εἶσαι μόνο ὀφειλέτης γι’ αὐτό, ἀλλά τό ἴδιο χρέος ὀφείλεις στόν Θεό γιά κάθε ὥρα καί γιά κάθε στιγμή πού περνάει. Γιατί δέν σέ ἔφερε καί σέ παράτησε». Δέν σέ δημιούργησε καί σέ ἄφησε μετά ἕρμαιο, ἐγκαταλελειμμένο στήν τύχη σου, ὅπως λένε κάποιοι ὑπαρξιστές, ἀπελπισμένοι φιλόσοφοι. Αὐτοί λένε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεταμένος στό σύμπαν καί βουλιάζουν στήν ἀπαισιοδοξία, στήν κατάθλιψη καί τήν αὐτοκτονία. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι πεταμένος, ἀλλά εἶναι συνεχῶς μέσα στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Συνεχῶς ὀ ἄνθρωπος δέχεται καί γεύεται τήν στοργική Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συνέχει, συγκροτεῖ καί συντηρεῖ τό σύμπαν. Αὐτήν τήν φροντίδα τοῦ Θεοῦ τήν ἔχει συνεχῶς ὁ ἄνθρωπος, γι’ αὐτό καί συνεχίζει νά ὑπάρχει. Βλέπετε ἕνα αὐτοκίνητο πόση φροντίδα θέλει, πόσα σέρβις, νά τοῦ ἀλλάζεις λάδια κτλ. Ἄν τό ἀφήσεις λίγο, δέν θά περάσει πολύς καιρός καί δέν θά ἔχεις αὐτοκίνητο, δέν θά μπορεῖς νά πᾶς πουθενά. Αὐτό τό πολύπλοκο, ἄς τό ποῦμε μηχάνημα, πού λέγεται ἀνθρώπινο σῶμα, ποιός τό συντηρεῖ; Ἀφῆστε τήν ψυχή. Τό σῶμα, πού κάθε λεπτό γίνονται χιλιάδες χημικές ἀντιδράσεις. Μόνο στόν ἐγκέφαλο. Πού νά σκεφτοῦμε τί γίνεται στήν καρδιά, στά ἀγγεῖα καί σέ κάθε μέρος τοῦ σώματος! Σάν τεράστιο ἐργοστάσιο εἶναι τό ἧπαρ τοῦ ἀνθρώπου, λένε οἱ ἐπιστήμονες. Ἐκεῖ μέσα καθαρίζεται τό αἷμα καί ὅλα τά δηλητήρια ἀποβάλλονται ἀπό τόν ὀργανισμό. Ποιός λοιπόν φροντίζει γιά τήν σωστή λειτουργία του; Θά πεῖτε ὅτι ἴσως δουλεύει ἀπό μόνο του, ἀλλά αὐτό δέν ἰσχύει. Ὑπάρχει ἡ στοργική Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ φυσικός νόμος, ὅπως μᾶς λένε καί οἱ ἐπιστήμονες, λέει ὅτι ὅλα τείνουν στό νά διαλυθοῦν -νόμος τῆς ἐντροπίας- συνεχῶς δηλαδή ὅλα τά συστήματα τείνουν νά εἶναι σέ ἀταξία, νά ἀποδιοργανωθοῦν.
Ἄς ποῦμε ὅτι τό δωμάτιό μας εἶναι ἕνα σύστημα. Ἄν ἡ νοικοκυρά ἤ ὁ νοικοκύρης δέν φροντίσει νά τό βάλει σέ μία τάξη, τότε κάποια στιγμή δέν θά μπορέσουμε νά ζήσουμε έκεῖ μέσα, γιατί συνεχῶς αὐξάνει ἡ ἀταξία τοῦ συστήματος. Εἶναι νόμος αὐτός. Ἔτσι θά ἔπρεπε νά διαλυθοῦμε κι ἐμεῖς σάν σῶμα. Κι ὅμως ἐπεμβαίνει ὁ Θεός. Καί ἡ φύση ὅλη εἶναι ἕνα σύστημα. Θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει τόση ἀταξία πού νά μήν μποροῦμε νά ζήσουμε. Κι ὅμως βλέπετε πῶς ὑπάρχει μία σταθερότητα καί μία ἐναλλαγή στίς ἐποχές καί μποροῦμε ὅχι μόνο νά ζοῦμε, ἀλλά καί νά χαιρόμαστε. Μάλιστα παρόλο πού ἐμεῖς κάνουμε τό πᾶν νά καταστρέψουμε αὐτό τό σύστημα, αὐτό συνεχίζει νά ὑπάρχει καί θά συνεχίσει νά ὑπάρχει ὅσο θέλει ὁ Θεός. Κι ἄς λένε κάποιοι -οἰκολόγοι, ψευδοπροφῆτες- ὅτι θά καταστραφοῦμε. Ὁ Θεός παρεμβαίνει. Ὑπάρχει αὐτός ὁ παράγοντας πού δέν τόν ὑπολογίζουν οἱ φυσικοί καί οἱ μαθηματικοί στίς ἐξισώσεις τους. Εἶναι ὁ παράγοντας Θεός, πού μέ τούς ἁγίους Του Ἀγγέλους συντηρεῖ τό σύμπαν καί τόν καθέναν ἀπό μᾶς. Σκέφτηκες λοιπόν γι’ αὐτό νά εὐχαριστήσεις τόν Θεό πού συντηρεῖ τήν ὕπαρξή σου χωρίς νά παίρνεις καθόλου εἴδηση;
«Ὁ Θεός λοιπόν μέ τήν δημιουργία σοῦ χάρισε τήν ὕπαρξη. Μέ τήν Πρόνοιά Του τήν στοργική σέ κάθε στιγμή, σοῦ διαφυλάττει αὐτήν τήν ὕπαρξη. Καί ἐπιπλέον, γιά σένα διαφυλάττει καί ὅλα τά κτίσματά Του γιά νά σέ ὑπηρετοῦν καί ἐσύ νά ἀπολαμβάνεις». Δέν φροντίζει μόνο γιά σένα, φροντίζει καί γιά τό σπίτι σου, φροντίζει καί γιά τόν κῆπο σου, φροντίζει γιά τήν πόλη σου, γιά ὅλη τήν χώρα, γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τό σύμπαν. Συντηρεῖ ὅλο τό σύμπαν γιά χάρη σου! «Καί εἶναι ἰσοδύναμο ὅλο αὐτό μέ τό νά σέ ἀναπλάθει κι ἐσένα». Αὐτή ἡ ὅλη φροντίδα γιά τήν συντήρηση πού δείχνει ὁ Θεός στό σύμπαν γιά ἐσένα εἶναι σάν νά σέ ξαναφτιάχνει κάθε στιγμή, ὅχι μόνο ἐσένα ἀλλά καί ὅλα τά ἄλλα κτίσματα. Δέν εἶναι μικρό πράγμα. Τό ἔχεις καταλάβει; Τόν ἔχεις εὐχαριστήσει γι’ αὐτό;
«Ἐσύ λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἀνταπέδοσες αὐτό τό ἄπειρο χρέος πού ἔχεις πρός τόν Κύριο γιά νά Τόν ὑπηρετεῖς; Τί ἔκανες μέχρι τώρα γι’ Αὐτόν τόν παντοδύναμο καί ἀγαπητό δημιουργό σου καί προστάτη σου; Ἄχ! Ἐσὐ ἀντί νά Τόν ὑπηρετεῖς, θέλησες τόσες φορές νά σέ ὑπηρετεῖ Αὐτός στά κακά σου θελήματα, ζώντας μέχρι τώρα, ὄχι σύμφωνα μέ τό θέλημά Του, ἀλλά σύμφωνα μέ τό θέλημα τό δικό σου, σάν νά ἦσουν ἐσύ ὁ κτίστης καί ὁ δημιουργός τοῦ ἑαυτοῦ σου καί τοῦ σύμπαντος καί ὄχι ὁ Θεός». Γι’ αὐτό μπαίνουμε σάν ληστές καί μέσα σέ ὅλο τό σύμπαν καί μέσα στή γῆ καί μέσα στίς ψυχές τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
«Τόν Θεό σου, πού σέ γέννησε, Τόν ἐγκατέλειψες καί ξέχασες τόν Θεό πού σέ τρέφει καί θέλεις καί τόν Θεό ὑπηρέτη στά θελήματά σου». Κάνεις τό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό αὐτό πού πρέπει νά κάνεις, δηλαδή νά ἀναζητήσεις καί νά τηρήσεις τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού σέ ἔπλασε, σέ ἀνέπλασε καί σέ ἀναπλάθει κάθε στιγμή. Μόνο ἀπό στοιχειώδη εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία, θά ἔπρεπε νά ζητήσεις νά μάθεις ἐπιτέλους τί θέλει Αὐτός ὁ μεγάλος εὐεργέτης σου ἀπό σένα. Νά Τοῦ κάνεις ἕνα χατίρι, νά Τοῦ ρίξεις μιά γλυκιά ματιά. Κι ὅμως ἐσύ ἀντί γι’ αὐτό, Τόν θέλεις νά ὑπηρετήσει τά δικά σου θελήματα, τά ἄνομα, τά παράνομα καί ἁμαρτωλά. Καί ἄν δέν ἱκανοποιήσει τά θελήματά σου αὐτά, Τοῦ γυρνᾶς καί τήν πλάτη καί ἀρνεῖσαι νά ἔχεις ὁποιαδήποτε σχέση μαζί Του.
«Νιώσε λοιπόν ντροπή γιά τήν ἄβυσσο τῆς ἀχαριστίας σου καί θαύμασε τήν ὑπομονή τοῦ Θεοῦ, πού σέ ἀνέχθηκε τόσον καιρό», ἐνῶ θά μποροῦσε ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς παρανομίας σου νά σέ συντρίψει. Αὐτός δημιούργησε τό σύμπαν. Τί εἶναι ἡ δική μας δύναμη μπροστά στήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ; Κι ὅμως δέν μᾶς ἔκανε τίποτα, μᾶς ὑπέμεινε καί μᾶς ὑπομένει.
«Ζήτα συγχώρεση γι’ αὐτήν τήν μεγάλη σου ἀδικία καί πάρε τήν ἀπόφαση νά ἐπιστρέψεις ὅλος στόν Θεό καί νά εἶσαι ἀπό ἐδῶ καί στό ἑξῆς ὑπάκουος στό θεϊκό Του θέλημα. Γιά νά μπορέσεις νά τό πετύχεις τέλεια αὐτό, παρακάλεσέ Τον νά σοῦ δώσει τήν Χάρη Του, ἐπειδή χωρίς αὐτήν δέν θά μπορέσεις νά κατορθώσεις τίποτα ἀπό μόνος σου». «Χωρίς ἐμοῦ, οὐ δύνασθαι ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15,5), λέει πάλι ὁ Χριστός μας καί τό καταγράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής. Ζῆτα λοιπόν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μπορέσεις νά ἀνταποκριθεῖς στοιχειωδῶς σ’ αὐτά τά μεγάλα δῶρα Του. Νά ἀνταποκριθεῖς μέ τήν εὐγνωμοσύνη, τήν λατρεία καί τήν δοξολογία πού ἁρμόζει σέ ἕναν τέτοιο δωρεοδότη καί εὐεργέτη.
Τό πρῶτο λοιπόν εἶναι αὐτό, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό καί ἦρθε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη καί συνεχίζει νά ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει γιά πάντα χάρη στόν Θεό.
Τό δεύτερο εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό καί γιά τόν Θεό. Πλάστηκε γιά νά δοξάζει τόν Θεό. Αὐτός ἦταν ὁ σκοπός πού ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Φυσικά αὐτό δέν τό ἔκανε γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ὀ Ἴδιος ἐγωιστικά. Αὐτά δέν ὑπάρχουν στόν Θεό. Ἐμεῖς ἔχουμε ἐγωισμό καί θέλουμε οἰ ἄλλοι νά μᾶς ἀγαποῦν, νά μᾶς λατρεύουν καί νά μᾶς προσκυνοῦν. Ὁ Θεός δέν ἔχει καμμία ἀνάγκη καί ἄν μᾶς ἔπλασε, τό ἔκανε γιά μᾶς, γιά νά μᾶς δώσει τήν μακαριότητά Του, νά μοιραστεῖ μαζί μας αὐτήν τήν χαρά καί τήν μακαριότητα πού ἔχει. Γιά νά γίνει αὐτό, χρειάζεται νά ἔχουμε τό αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης, πού ἐκφράζεται ὡς δοξολογία. Ὁ ἄνθρώπος λοιπόν πλάστηκε γιά νά δοξολογεῖ τόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι, ὅπως λένε οἱ θεολόγοι, δοξολογητικό ὄν, λατρευτικό ὄν. Εἶναι πλασμένος γιά νά δοξάζει συνεχῶς τόν Θεό, ὄπως οἱ Ἄγγελοι.
«Σκέψου λοιπόν, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὄχι μόνο ἡ πρώτη σου ἀρχή, ἀλλά καί ὁ μοναδικός σου σκοπός». Εἴπαμε στήν ἀρχή ὅτι οἱ σύγχρονοι φιλόσοφοι λένε πώς ὁ ἄνθρωπος δέν βρίσκει νόημα στήν ζωή του σήμερα, δέν βρίσκει σκοπό. Ἔλεγε ὁ Ἀϊνστάιν «ἡ ἐποχή μας εἶναι ἡ ἐποχή τῶν τέλειων μέσων καί τῶν συγκεχυμένων σκοπῶν». Ἔχουμε τέλεια μέσα καί δέν ἔχουμε σκοπό, δέν ξέρουμε πῶς νά τά χρησιμοποιήσουμε, γιά ποιόν λόγο νά τά χρησιμοποιήσουμε καί πρός ποῦ νά κατευθύνουμε ὅλες αὐτές τίς τεράστιες δυνάμεις πού ἔχουμε. Δυστυχῶς τίς κατευθύνουμε ἐν πολλοῖς στήν ἁμαρτία καί στό κακό. Ἔτσι δουλεύουν οἱ πολεμικές βιομηχανίες καί φτιάχνουν φονικότατα ὅπλα γιά νά καταστρέψουν τήν γῆ. Ἄν εἴχαμε τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν γνώση ὅτι ὑπάρχει σκοπός, ὅτι ὁ Θεός ἔχει δώσει ὁ Ἴδιος τόν σκοπό στόν ἄνθρωπο, ὅτι ὁ σκοπός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ὅτι πλαστήκαμε γιά τόν Θεό, τά πράγματα θά ἦταν διαφορετικά. Λέει στήν Ἀποκάλυψη: «Ἐγώ εἰμι τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος» (Ἀποκ. 1,8).
«Σέ ἔπλασε καί σέ προσέχει λοιπόν ὁ Θεός γι’ αὐτόν μόνο τόν σκοπό: γιά νά Τόν ἀγαπᾶς, νά Τόν δοξάζεις καί νά Τόν ὑπηρετεῖς στήν ζωή αὐτήν, γιά σένα». Δέν τό κάνεις γιά Ἐκεῖνον, ἀλλά γιά σένα, καθώς ἐσύ ὠφελεῖσαι ἀπό αὐτό, ἐσύ παίρνεις τό μέγιστο, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἄν δέν Τόν ἀγαπᾶς τόν Θεό, φυσικά δέν θά πάρεις τό μέγιστο. Μόνο ὅταν Τόν ἀγαπήσεις, θά μετέχεις στά τοῦ Θεοῦ, στίς ἐνέργειές Του. Γι’ αὐτό ὁ Θεός θέλει νά Τόν δοξάζουμε, νά Τόν ὑπηρετοῦμε καί νά Τόν ἀγαπᾶμε.
«Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι εἶχες δημιουργηθεῖ, ὄχι ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό κάποιον ἄλλον, ὁ ὁποῖος ὅμως σοῦ εἶχε βάλει σάν ἔργο, σάν σκοπό, τό νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Τότε τί θά ἔπρεπε νά κάνεις; Θά ἔπρεπε πάλι ὁλοκληρωτικά νά ἐργάζεσαι καί νά ἀνήκεις στόν Θεό. Γιατί κατά φυσικό τρόπο κάθε πράγμα γίνεται καί ὑπάρχει γιά κάποιον σκοπό καί ἀπό τόν σκοπό του αὐτό διαφέρει ἀπό τό ἄλλο πράγμα καί ἐλέγχεται, διακριβώνεται. Τό καθετί τό ξεχωρίζουμε ἀπό τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχει. Γιά παράδειγμα, τό μαχαίρι τό ἔχουμε γιά νά κόβει, τό κλειδί γιά νά ἀνοίγει, τό ρολόι γιά νά δείχνει τήν ὥρα σωστά. Καί γενικά κάθε φυσικό καί κάθε τεχνητό πράγμα γίνεται γιά κάποιο σκοπό. Γι’ αὐτό καί αὐτά τά ἀξιώματα κοινά εἶναι σέ ὅλους τούς φιλοσόφους. Χωρίς λόγο, οὔτε ὁ Θεός, οὔτε ἡ φύση, οὔτε ἡ τέχνη δημιουργεῖ κάτι καί καθετί πού κινεῖται, κινεῖται γιά κάποιον λόγο. Τώρα σκέψου, ἀδελφέ, πόσο ὀφείλεις ἐσύ νά ἀνήκεις ὁλοκληρωτικά στόν Θεό, διότι εἶσαι ὅλος δημιουργημένος ἀπό τόν Θεό καί ὅλος ἀκόμα δημιουργημένος γιά τόν Θεό». Γι’ αὐτό στίς Παροιμίες ἡ μετάφραση τῶν ἑβδομήκοντα γράφει «Πάντα τά ἔργα Κυρίου μετά δικαιοσύνης» (Παρ. 16,9) καί τό Ἑβραϊκό πού εἶναι πιό παλιό, γράφει «Πάντα τά ἔργα Κυρίου διά Αὐτόν», ὅλα τά ἔργα δηλαδή ἔγιναν γιά τόν Θεό.
«Γι’ αὐτό ὅλη ἡ δημιουργία ἔγινε γιά τόν Θεό, δηλαδή γιά τήν δόξα καί τήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καί πολύ περισσότερο ἀπό ὅλα ὁ λογικός ἄνθρωπος, πού ἔγινε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ». Γιατί τί σημαίνει δοξάζω τόν Θεό; Σημαίνει Τόν ἀγαπῶ στόν μέγιστο βαθμό, γι’ αὐτό καί Τόν δοξάζω. Γι’ αὐτό λέει ὁ Θεός νά Τόν δοξάζουμε. Ἐννοεῖ νά Τόν ἀγαπήσουμε στόν μέγιστο βαθμό. Καί τότε φυσιολογικό τῷ τρόπῳ θά βγεῖ ἡ λατρεία καί ἡ δοξολογία. Βλέπετε πηγαίνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἀλλά γιατί πολλές φορές θέλουμε νά φύγουμε κοιτάζοντας τό ρολόι μας ἤ δέν νιώθουμε τίποτα; Γιατί δέν ἔχουμε ἀγαπήσει τόν Θεό. Μόνο ἄν ἀγαπήσουμε τόν Θεό θά βγεῖ ἀνεμπόδιστα ἡ δοξολογία καί θά συναρπαστοῦμε ἀπό τό μεγάλο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
«Τά ζῶα δέν ἔγιναν ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά ἐπειδή ἔγιναν γιά τόν ἄνθρωπο καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιάς τους», σύμφωνα μέ τήν θέση πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, «ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο καί κοπιάζουν τά καημένα γι’ αὐτόν καί θανατώνονται σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Κι ἐσύ ἀγαπητέ, πῶς θέλεις νά ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημά σου, ἐνῶ ἐπιβάλλεται νά ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἐξαιτίας τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ὑποχρεώσεών σου ἀπέναντί Του, δηλαδή ἐπειδή ἔλαβες ἀπό τόν Θεό ὅλα τά ἀγαθά καί ἐπειδή τά ἔλαβες μόνο γι’ αὐτόν τόν σκοπό, δηλαδή γιά νά Τόν δοξάζεις καί νά Τόν ὑπηρετεῖς μέ ὅλη σου τήν καρδιά. Γι’ αὐτό λέει ὁ ἱερός Αὐγουστίνος: «γιά νά Σέ ὑπηρετῶ ὁλόκληρος, ὅλα ὅσα δημιούργησες τά παρέδωσες στήν δούλευσή μου» καί πάλι λέει: «ὅλα τά ἔβαλες στήν ἐξουσία τοῦ ἀνθρώπου γιά νά σοῦ ὑποταγεῖ μόνος του ὁ ἄνθρωπος καί νά εἶναι ὅλος δικός σου». Λοιπόν, ἀδελφέ, πόση μεγάλη ἀταξία περιέχει ὅλη ἡ ζωή πού πέρασες μέχρι τώρα; Ἐπειδή αὐτή δέν εἶναι καθορισμένη νά προσβάλει ἕνα ἄπειρο ἀγαθό, πού εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα καί ἡ ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ». Στήν ζωή αὐτήν δέν φτιαχτήκαμε γιά νά ἀπορρίψουμε τόν Θεό, άλλά ἀντίθετα γιά νά παρουσιάσουμε τό μεγάλο ἀγαθό, πού λέγεται τιμή, δόξα καί ὑπηρεσία πρός τόν Θεό.
«Κι ἐσύ αὐτήν τήν ζωή τήν σπατάλησες κακῶς μέ τό νά ὑπηρετεῖς τόν κόσμο ἀντί τόν Θεό, νά υπηρετεῖς τά ἄτιμα πάθη σου καί νά ζητεῖς μέ τόση ἐπιθυμία πράγματα πιό μηδαμινά ἀπό τόν ἑαυτό σου. Ἄρα ἀδελφέ, μάταια ἦρθες κι ἐσύ στόν κόσμο, ὅπως καί ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ λαοί γιά τούς ὁποίους λέει ἡ Γραφή ὅτι ἀχρηστεύθηκαν καί ἔγιναν ἀνωφελεῖς πάνω στήν γῆ μέ τό νά μήν ὑπηρετοῦν τόν Θεό, οὔτε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκαν». Ἄν λοιπόν δέν ὑπηρετεῖς τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο ἦρθες στήν ὕπαρξη εἶσαι ἄχρηστος.
̔Πηγαίνουν σέ λαό, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά τούς βοηθήσειʾ, λέει ὁ προφήτης Ἡσαΐας. «Ἔτσι λέω κι ἐσύ, γρήγορα θά δεῖς ὅλα σου τά ἔργα νά πηγαίνουν χαμένα, σάν τό βέλος πού δέν βρίσκει τό κέντρο, ἄν δέν τά κάνεις ὅλα γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ». Σύμφωνα καί μ’ αὐτό τό φιλοσοφικό ἀξίωμα πού λέει, καθετί πού ξεφεύγει ἀπό τόν σκοπό του, ἀπό τόν στόχο του, ἀχρηστεύεται. Πόσοι ἄνθρωποι δέν σκοτώθηκαν στή δουλειά καί στό τέλος τῆς ζωῆς τους εἶδαν νά χάνονται τά πάντα, νά γίνονται συντρίμμια; Γιατί; Γιατί ὅλα ἦταν θεμελιωμένα στήν ἀγάπη γιά τόν ἑαυτό τους, στήν προβολή τοῦ ἐγωισμοῦ τους καί ὄχι στήν ἀγάπη γιά τόν Θεό. Ὁ Θεός ὅμως δέν τά θέλει καί δέν τά συντηρεῖ τέτοια ἔργα. Τό κακό διαλύεται ἀπό μόνο του.
«Ἕνα μαχαίρι, ἄν δέν κόβει, εἶναι ἐπιζήμιο. Ἕνα κλειδί, ἄν δέν ἀνοίγει, εἶναι ἀνώφελο. Ἕνα ρολόι, ἄν δέν δείχνει σωστά τήν ὥρα, εἶναι ἄχρηστο. Καί ἕνας ἄνθρωπος, ἄν δέν δοξάζει τόν Θεό, εἶναι ἄχρηστος. Τί λέω; Ὅτι ἄν τά ἔργα σου δέν γίνονται γιά τόν συγκεκριμένο σκοπό, πού εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τότε εἶναι μάταια καί χωρίς ὄφελος». Μά, θά πεῖς, ὁ κόσμος λέει πώς «εἶσαι ἄνθρωπος πού κάνει πολύ καλά ἔργα, ὅτι εἶσαι εὐεργέτης». Ἄς τό λέει ὅλος ὁ κόσμος, ἄς σέ παίρνουν καί οἱ τηλεοράσεις καί ὅλος ὁ κόσμος ἄς σοῦ δίνει βραβεῖα. Κι ὅμως εἶναι ὅλα γιά πέταμα, εἶναι ὅλα σκουπίδια, ἄν δέν τά ἔκανες γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός. Εἶναι μάταια καί δέν θά ἀντέξουν καθόλου στή δοκιμασία τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, θά περάσουμε διά πυρός κι ἐμεῖς καί τά ἔργα μας καί ὅ,τι ἀντέχει, θά περάσει, ὅ,τι δέν ἀντέχει, θά κατακαεῖ. Τό χρυσάφι ἀντέχει στήν φωτιά, τά ἄχυρα δέν ἀντέχουν. Ἄν τά ἔργα σου εἶναι ἀχυρένια, σάπια, θά κατακαοῦν. Καί ὅ,τι δέν ἔχει μέσα του τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι σάπιο, βρώμικο καί ἀχυρένιο.
«Αὐτά τά ἔργα σου θά τά δοκιμάσεις ἀκόμα σάν μία ὕλη μεγάλης φλόγας, πού θά σέ κατακαύσει τήν τελευταία ἡμέρα τῆς Κρίσεως». Ὄχι μόνο θά κατακαοῦν ἀπό τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, πού θά ἐνεργεῖ σάν φωτιά, ἀλλά αὐτά τά ἴδια τά ἔργα σου, θά κατακαύσουν κι ἐσένα. Γιατί ὁ Χριστός λέει ὅτι θά κριθοῦμε ἀπό τά ἔργα μας. Ἄν λοιπόν τά ἔργα σου εἶναι ἀντίθεα καί δέν γίνονται πρός δόξαν Θεοῦ, ἀλλά γιά νά ἱκανοποιεῖς τά πάθη σου, δέν θά εἶναι φῶς ἀλλά φωτιά πού θά σέ κάψουν. Ὁ Θεός δέν μᾶς τιμωρεῖ, μόνοι μας τιμωρούμαστε. Ἡ τιμωρία μας ἀρχίζει ἀπό αὐτήν τήν ζωή. Ὅλοι αὐτοί πού κάνουν τίς ἀνομίες καί τίς ἁμαρτίες κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ὅταν κάνουμε μία ἁμαρτία δέν νιώθουμε χαρά, ἀλλά ταραχή, ἀνησυχία καί ἄγχος. Ὅλα αὐτά εἶναι ἡ πρόγευση τῆς κόλασης, ἡ πρόγευση τοῦ καψίματος πού θά ἔρθει ἀπό τά ἴδια μας τά ἔργα. Δέν σέ τιμωρεῖ ὁ Θεός, ἀλλά τά ἴδια σου τά ἔργα σέ τιμωροῦν καί θά σέ κάψουν.
«Γι’ αὐτό λοιπόν πρόσεχε καλά, διότι ἄν δέν δώσεις τώρα στήν παροῦσα ζωή δόξα στόν Θεό μέ ὅλη σου τήν θέληση καί ὑπακοή στό θεϊκό Του θέλημα, θά Τοῦ δώσεις τότε στήν μελλοντική ζωή μία βίαιη δόξα», γιατί τότε «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλ. 2,10). Τότε δηλαδή ὅλοι θά πέσουν, εἴτε θέλουν, εἴτε ὄχι, νά προσκυνήσουν τόν Θεό. Ἀλλά ὁ Θεός δέν θέλει τέτοια βίαιη καί ἀναγκαστική δόξα.
«Ὅμως θά τό κάνεις καί θά Τόν δοξάσεις μέ αὐτήν τήν βίαιη δόξα μέ τήν δίκαιη τιμωρία πού θά λάβεις ἐσύ, ἀλλά καί ὅλοι ἐκεῖνοι πού μέ τήν παντοτινή ἀμετανοησία τους, ἐρέθισαν τήν θεία δικαιοσύνη». «Πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,11), λέει στήν προς Φιλιππησίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
«Ἀποφάσισε λοιπόν νά ἀρχίσεις μία ζωή ἄξια τοῦ σκοποῦ σου καί ὅλα σου τά ἔργα κάνε τα γιά τόν Θεό καί γιά μόνη τήν δόξα τοῦ Θεοῦ». Πολλές φορές ἔχουμε πεῖ: Σκέφτηκες ποτέ γιατί παντρεύεσαι; Γιατί θέλεις τό παιδί σου νά περάσει στό Πανεπιστήμιο; Γιατί θέλεις τό παιδί σου νά παντρευτεῖ; Γιατί θέλεις νά βγάζεις χρήματα; Γιατί θελεις νά ζήσεις; Τό ἔχεις σκεφτεῖ; Ἄν δέν τά κάνεις γιά τόν Θεό, ὅλα τά ἄλλα εἶναι λάθος, εἶναι ἄχρηστα, εἶναι σκουπίδια, εἶναι φωτιά πού θά σέ κάψει. Ἄς ψάξουμε καί θά δοῦμε ὅτι εἴμαστε ἔνοχοι, καθώς γιά ἄλλους λόγους τά θέλουμε αὐτά καί ὄχι γιά τόν Θεό, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεος. Δέν κάνουμε οἰκογένεια γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός, γι’ αὐτό και ἀποτυγχάνουμε στίς οἰκογένειες. Δέν σπουδάζουμε τά παιδιά μας γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός, γι’ αὐτό καί ἀποτυγχάνουν τά παιδιά μας. Ἄν βάζαμε τόν Χριστό μας ὡς τό Ω, τόν στόχο, ὡς τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο κάνουμε τό καθετί, τότε θά πετυχαίναμε. Ὁ Χριστός μας τό εἶπε ὄτι αὐτός εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος καί ὅτι Αὐτόν πρέπει νά βάλουμε ὡς σκοπό.
«Ἄλλαξε λοιπόν ζωή». Μά θά πεῖς: τά ἔργα μου εἶναι μικρά. Μπορῶ μέ αὐτά τά μικρά ἔργα νά δοξάσω τόν Θεό; «Δέν μπορεῖς νά κατορθώσεις μεγάλες ἀρετές; Μήν λυπᾶσαι. Ξεκίνα ἀπό τίς μικρές. Καί αὐτά τά μικρά γίνονται μεγάλα. Καί αὐτές οἱ ταπεινές ἀρετές πού μπορεῖς, γίνονται ὑψηλές, ὅταν τίς κάνεις γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως καί τό ἀντίθετο. Τά μεγάλα ἔργα γίνονται μικρά καί οἱ ὑψηλές ἀρετές γίνονται ταπεινές ἤ μᾶλλον γίνονται κακίες, ὅταν δέν γίνονται γιά τόν ὑπερφυσικό σκοπό, πού εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γίνονται γιά τήν δόξα τῶν ἀνθρώπων καί γιά ἄλλους σκοπούς φυσικούς καί ἀνθρώπινους». Φτιάχνουμε πολιτισμό, προσπαθοῦμε νά ἐξωραΐσουμε τήν πατρίδα μας κ.λ.π. Ἄν αὐτά δέν τά κάνουμε πρός δόξαν Θεοῦ εἶναι ἄχρηστα καί τά ἴδια αὐτά τά ἔργα μας θά μᾶς κάψουν. Ὅλος αὐτός ὁ πολιτισμός πού φτιάχνουμε, ἐπειδή δέν φτιάχνεται γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός, ἀλλά γιά τόν ἑαυτό μας καί τά πάθη μας, λειτουργεῖ ἀρνητικά γιά τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας ἔχουμε γίνει ξένοι, ἀπομονωθήκαμε. Ὁ καθένας εἶναι μέ ἕνα κινητό τηλέφωνο στό αὐτί καί οὔτε μεταξύ μας ἐπικοινωνοῦμε. Αὐτά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς ἀνάπτυξης καί τοῦ πολιτισμοῦ.
Ξεκίνα λοιπόν ἀπό τά μικρά καί τά μικρά γίνονται μεγάλα. Δέν μπορεῖς γιά παράδειγμα νά κάνεις 24 ὧρες προσευχή. Μπορεῖς νά κάνεις ὅμως ἕνα λεπτό. Ἄν αὐτό τό ἕνα λεπτό τό κάνεις σωστά ἀπό τήν καρδιά σου καί τό δώσεις στόν Θεό, αὐτό μετράει πάρα πολύ. Μπορεῖ νά μήν μπορεῖς νά κάνεις μεγάλες νηστεῖες. Ἄν ὅμως κόψεις κάτι πού σοῦ ἀρέσει, αὐτό μετράει πάρα πολύ στόν Θεό.
«Τί ποιό ταπεινό καί ἁπλό πράγμα εἶναι ἀπό τό νά τρώει κανείς καί νά πίνει; Κι ὅμως ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει νά τά κάνουμε αὐτά πρός δόξαν Θεοῦ, ὥστε νά γίνονται μέ τόν σκοπό αὐτό, ἔργα εὐγενή, ἔργα ὑψηλά, ἔργα μεγάλα, κατά κάποιον τρόπο, ἔργα θεϊκά». Σκεφτήκατε ποτέ γιατί τρῶμε; Τρῶμε γιά νά συντηρηθοῦμε, γιά νά μποροῦμε νά δουλέψουμε; Ὅλα εἶναι λάθος. «Εἴτε τρῶτε, εἴτε πίνετε, εἴτε κάνετε κάτι, ὅλα νά τά κάνετε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 10,31). Πρέπει νά τρῶμε πρός δόξαν Θεοῦ, ὥστε παίρνοντας ἐνέργεια νά μπορέσουμε νά προσευχηθοῦμε, νά δοξάσουμε τόν Θεό, νά Τόν εὐαρεστήσουμε καί νά Τόν εὐχαριστήσουμε. Ὁ,τιδήποτε κάνετε, νά τό κάνετε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί τό φαγητό μᾶς κάνει κακό, γιατί δέν τό τρῶμε γιά νά δοξασθεῖ ὁ Θεός. Ἀκόμα καί μέ αὐτό τό ταπεινό ἔργο μπορεῖς νά δοξάζεις τόν Θεό. Καί τότε θά δεῖτε ὅτι καί τό φαγητό εἶναι μία εὐλογία καί λειτουργεῖ πάρα πολύ θετικά στόν ἄνθρωπο.
«Καί ἀπεναντίας, τί ἔργο πιό ὑψηλό καί πιό θεϊκό ὑπάρχει ἀπό τό νά κηρύττει κάποιος τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο;». Νά εἶναι σάν τούς Ἀποστόλους; Ὑπάρχει πιό ὑψηλό ἔργο; «Κι ὅμως! Κι αὐτό τό ἔργο τό τόσο ὑψηλό μπορεῖ νά γίνει ἁμαρτία, ὅταν τό κάνει κανείς ἀπό φθόνο ἤ ἀπό ἔπαρση ἤ γιά κάποιον ἄλλον σκοπό». Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «μερικοί ἀπό φθόνο καί ἀπό ἔρι (=ἐριστική διάθεση, διάθεση τσακωμοῦ), κηρύττουν τόν Χριστό» (Φιλ. 1,15). «Τό κάνουν ὅχι γιατί ἀγαποῦν τόν Χριστό, ἀλλά ἐπειδή φθονοῦν ἐμένα καί θέλουν νά πάρουν τήν δόξα μου. Ἄς τήν πάρουν. Ἐγώ χαίρομαι γιατί κηρύττεται ὁ Χριστός, ἀλλά αὐτοί πού τό κάνουν ζημιώνονται».
Βλέπετε ὅτι καί τά μεγάλα ἔργα, ἄν δέν προσέξει κανείς, γίνονται ὄχι μόνο μικρά, ἀλλά κακίες. Μία μεγάλη φιλανθρωπία, γιά παράδειγμα, ἄν δέν γίνει γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, εἶναι μία μεγάλη ἁμαρτία. Κάποτε, πρίν λίγα χρόνια, στήν κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Δεσπότης ἐκεῖ, σκέφτηκε νά φτιάξει ἕνα σχολεῖο γιά τά Ἑλληνόπουλα, ὥστε νά διδάσκονται τά παιδιά τήν ἑλληνική γλῶσσα, τήν ἑλληνική ἱστορία κτλ. καί ζήτησε βοήθεια ἀπό τούς πλούσιους. Ἐκεῖ τότε ὑπῆρχαν πολλοί πλούσιοι, πρίν ἀκόμα τούς διώξει τό καθεστώς, τό 1950 περίπου. Ἔστειλε ἐκκλήσεις καί γράμματα καί τούς ἐνημέρωσε γιά νά βοηθήσουν. Σχεδόν κανείς δέν βοήθησε, ἐνῶ ἦταν πολύ πλούσιοι. Μετά σκέφτηκε κάτι ἄλλο. Ἔγραψε μία ἀνακοίνωση στόν τοπικό τύπο ὅπου ἔλεγε ὅτι γιά τό συγκεκριμένο ἔργο, τά ὀνόματα τῶν δωρητῶν θά ἀναρτηθοῦν σέ μία πλάκα πάνω ἀπό τήν εἴσοδο καί θά εἶναι κατά σειρά μέ πρῶτο ὄνομα αὐτοῦ πού θά δώσει τά περισσότερα χρήματα. Ἔτσι μάζεψε χρήματα, ὄχι γιά ἕνα, ἀλλά γιά πέντε σχολεῖα! Ἔπειτα ὅρισε μία συγκεκριμένη μέρα πού θά γίνονταν τά ἀποκαλυπτήρια τῆς πλάκας, τῆς μαρμάρινης ἐπιγραφῆς μέ τά ὀνόματα τῶν εὐεργετῶν – χορηγῶν. Ἔσπευσαν τότε ὅλοι γιά νά δοῦν τό ὄνομά τους. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, εἶδαν ὅτι ἔγραφε: «αὐτό τό ἔργο ἔγινε ἀπό τήν κενοδοξία τῶν κατοίκων τῆς Ἀλεξάνδρειας», χωρίς νά ἀναφέρεται κανένα ὄνομα. Ὅλοι τότε κατέβασαν τό κεφάλι, γιατί κατάλαβαν ὅτι δίκαια τους φέρθηκε ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος, ἀφοῦ ὅλοι ἤθελαν νά προβληθοῦν λόγω κενοδοξίας καί κρυφά συναγωνίζονταν γιά τό ποιός θά δώσει τά περισσότερα χρήματα.
«Γνώρισε τήν ἀνώτατη ἐξουσία πού ἔχει ὁ Θεός πάνω σου, γιά τήν ὁποία ἐσύ δέν ὁρίζεις τόν ἑαυτό σου, οὔτε μπορεῖς μέ σωστό τρόπο νά γυρίσεις τά μάτια σου ἤ καί νά κινήσεις ἔστω καί λίγο τά πόδια σου, ὄχι πολύ, ἀλλά ὅσο μία τρίχα ἐνάντια στό Ἅγιο θέλημά Του». Πρέπει νά τό παραδεχτεῖς, νά τό γνωρίζεις, νά τό καταλάβεις ὄτι οὐσιαστικά δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτα χωρίς τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Οὔτε ἕνα ποτήρι νερό δέν μπορεῖ νά πιεῖ μόνος του ὁ ἄνθρωπος. Οὔτε μία τρίχα μπορεῖ νά ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος. Βέβαια τώρα τά ἀλλάζουν τά χρώματα τῶν μαλλιῶν τους, ἀλλά εἶναι ἕνα ψέμα καί μετά ἀπό λίγο ἡ τρίχα ξαναπαίρνει τό ἀρχικό χρῶμα.
«Παραδέξου πώς δέν εἶσαι ἄξιος νά σέ ὑπηρετοῦν τά κτίσματα, ἐπειδή κι ἐσύ δέν ὑπηρέτησες τόν δικό τους καί δικό σου Δεσπότη». Ὁπότε πολύ καλά κάνουν καί τά ζῶα καί ἀγρίεψαν μαζί σου καί δέν σέ ὑπηρετοῦν. Βέβαια ὑπάρχουν κάποια ζῶα πού τά καημένα εἶναι ἥμερα ἀκόμα. Κι αὐτά ὅμως κάποια στιγμή θά ἀγριέψουν. Ἤδη ἀγρίεψαν τά παιδιά μας. Γιατί ἔγινε αὐτό; Γιατί ἐμεῖς ἔχουμε ἀγριέψει στόν Κύριό μας. Δέν κάνουμε ἐμεῖς ὑπακοή στόν Θεό, ὁπότε μήν περιμένουμε νά μᾶς κάνουν ὑπακοή τά παιδιά μας. Πολύ καλά μᾶς κάνουν. Τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιά νά καταλάβουμε τήν δική μας ἁμαρτία.
«Εὐχαρίστησέ Τον πού σέ ἀνέχθηκε ὅλον αὐτόν τόν καιρό, πού ἐναντιωνόσουν στήν θεϊκή Του δόξα». Θά μποροῦσε νά σέ ἔχει συντρίψει ἀπό καιρό. «Ὑποσχέσου νά ζεῖς ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς ὁλόκληρος γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν προορισμό πού σοῦ ἔθεσε ὁ Θεός καί σύμφωνα μέ τόν σκοπό τῆς δημιουργίας σου».
«Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποκτήσαμε μερίδιο στήν κληρονομίαν τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 1,11), γιατί αὐτό ἦταν ἀπαρχῆς τό σχέδιό Του, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο πραγματοποίησε τό θέλημά Του, γιά νά εἴμαστε ἐκεῖνοι πού ὑμνοῦμε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ». Ὁ Θεός δηλαδή μᾶς ἔχει κάνει συγκληρονόμους τοῦ Υἱοῦ Του. Ὁ Υἱός, ὅπως εἶναι φυσικό, κληρονομεῖ τόν Πατέρα. Ἄρα ὅλη ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ πηγαίνει στόν Υἱό Του, τόν Χριστό. Ὁ Χριστός μας, ὁ Θεάνθρωπος, τήν δόξα Του τήν μοιράζεται μέ μᾶς, γιά νά μᾶς δείξει πόσο μᾶς ἀγαπᾶει. Μᾶς κάνει ἀδελφούς Του. Ὁπότε φυσικῷ τῷ τρόπῳ γινόμαστε καί συγκληρονόμοι, κληρονομοῦμε δηλαδή, αὐτά πού παίρνει καί ὁ Υἱός. Αὐτό εἶναι τό ὕψιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο ζημιωνόμαστε, ὅταν τό περιφρονοῦμε καί ὅταν δέν κάνουμε τό στοιχειῶδες, νά εὐχαριστοῦμε, νά δοξολογοῦμε τόν Θεό καί νά ἀναζητοῦμε ἔστω αὐτό τό τόσο λίγο καί μικρό πού ἀρέσει στόν Θεό νά κάνουμε.
«Καί σκεπτόμενος τήν προηγούμενη ἀδυναμία σου, παρακάλεσέ Τον μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς σου νά σοῦ δώσει δύναμη, γιά νά κάνεις ὅλα τά ἔργα σου γιά μόνη τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ζητάει ὁ Θεός ἀπό ἐσένα ὡς φόρο καί χρέος ἀπαραίτητο, λέγοντάς σου: «Ὁ Υἱός τιμᾶ τόν πατέρα καί ὁ δοῦλος τόν κύριό του. Κι ἄν ἐγώ εἶμαι πατέρας, πού εἶναι ἡ τιμή μου;» (Μαλ. 1,6). Αὐτά ἀναφέρει στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμα, στόν Προφήτη Μαλαχία, ὁ Θεός. Μέ λέτε λοιπόν Πατέρα, λέει ὁ Θεός. Στό Πάτερ ἡμῶν κάθε μέρα αὐτό λέμε. Ἄρα εἴμαστε υἱοί. Ποῦ εἶναι ἡ τιμή πού δίνουμε στόν Πατέρα μας, ἡ εὐχαριστία μας, ἡ δοξολογία μας;
Συνοψίζοντας εἴπαμε λοιπόν ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπό τόν Θεό καί γιά τόν Θεό καί ὅτι ὅλα τά ἔργα μας πρέπει νά γίνονται γιά τόν Θεό. Ἀκόμα καί τά πιό ταπεινά πράγματα, ἀκόμα καί ἕνα βῆμα ἄν πᾶς νά κάνεις, μία ἀνάσα πού παίρνεις, γιά τόν Θεό νά τά κάνεις. Καί τό μάτι πού κοιτάει, γιά τόν Θεό πρέπει νά κοιτάει. Μπορεῖς μετά, ὅταν βάλεις αὐτό σάν σκοπό σου, ὅταν λειτουργεῖς δοξολογητικά καί εὐχαριστιακά νά ἁμαρτήσεις; Δέν μπορεῖς. Ὁ Θεός νά τό δώσει γιά ὅλους μας.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ἐρ. : Ἄκουσα σέ κάποια ραδιοφωνική ἐκπομπή τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Θεός ἀπέτυχε στό ἔργο Του, διότι καί στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Ἀδάμ ἁμάρτησε καί στήν Καινή Διαθήκη παραμείναμε ἀδιόρθωτοι. Τί θά μπορούσαμε νά ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό;
Ἀπ. : Μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὅτι ὁ Θεός πέτυχε γιατί ὑπάρχει ἡ Παναγία. Ἡ Παναγία εἶναι τό μοναδικό πρόσωπο πού εὐαρέστησε πράγματι στόν Θεό. Ἄξιζε ὁ Θεός νά κάνει τά πάντα μόνο καί μόνο γιά τήν Παναγία. Καί ὅλον τόν κόσμο πού ἔφτιαξε ὁ Θεός, ἄξιζε νά τόν φτιάξει μόνο καί μόνο γιατί ὑπάρχει ἡ Παναγία! Γι’ αὐτό νά παρακαλᾶμε τήν Παναγία μας πάρα πολύ καί φυσικά καί ὅλους τους Ἁγίους μας. Αὐτοί εἶναι πού μᾶς «ξεπλένουν» θά λέγαμε καί ἔχουμε κάποια παρρησία στόν Θεό. Γι’ αὐτό λέμε «Τῇ πρεσβεία, Κύριε, πάντων τῶν Ἁγίων καί τῆς Θεοτόκου, τήν Σήν εἰρήνην δός ἡμίν», δῶσε μας τήν εἰρήνη Σου. Πάντα βάζουμε μπροστά αὐτούς πού ὄντως εὐαρέστησαν στόν Θεό. Ἐμεῖς δέν εὐαρεστήσαμε στόν Θεό, ἀλλά ἀγωνιζόμαστε. Δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε, ἀλλά μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά πετύχουμε. Αὐτό βέβαια δέν θά γίνει σέ ὅλους, γιατί δέν τό θέλουν. Ὁ Θεός τό ξέρει πολύ καλά αὐτό. Ἐμεῖς βέβαια θέλουμε νά σωθοῦν ὅλοι καί ὁ Θεός τό θέλει καί εὐχόμαστε. Ὅλοι εἴμαστε καλεσμένοι νά μποῦμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πρέπει νά ἐργαζόμαστε. Ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας νά προσπαθοῦμε νά φέρουμε κι ἄλλους ἀνθρώπους στήν Ἐκκλησία, στόν Χριστό, στήν Λειτουργία, στή ζωή αὐτήν τῆς χαρᾶς καί τῆς εἰρήνης.
Ἐπίσης ἔχει πεῖ ὁ Χριστός: ««Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον» (Λουκ. 12,32). Οἱ Χριστιανοί εἴμαστε πράγματι λίγοι. Αὐτοί πού εὐαρέστησαν στόν Θεό πραγματικά εἶναι πολύ λίγοι σέ σχέση μέ τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων. Δέν πρέπει αὐτό νά μᾶς φοβίζει. Καί μόνοι μας νά εἴμαστε, ἄς εἴμαστε. Δέν θά πᾶμε μέ τούς πολλούς.
Ἐρ. : …………………
Ἀπ. : Δυστυχῶς συνέχεια πέφτουμε, ἀλλα ὁ Θεός μᾶς ἀνασταίνει. Καί εἶναι κρίμα τό γεγονός ὅτι δέν καταφεύγουμε στόν Θεό καί μένουμε πεσμένοι. Αὐτό εἶναι δαιμονικό. Βλέπεις ἀνθρώπους πού ζοῦνε χρόνια μέσα στήν κατάθλιψη, τήν μιζέρια, τήν δυστυχία γιατί δέν θέλουν νά πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν καί νά ποῦν ἕνα ἥμαρτον στόν Θεό.
Ἐρ. : …………………
Ἀπ. : Ὁ Θεός τό ἤξερε, ὅταν δημιουργοῦσε τόν κόσμο, ὅτι δέν θά ἔρθουν ὅλοι κοντά Του. Πολλοί οἱ κλητοί, ἀλλά λίγοι οἱ ἐκλεκτοί (Ματθ. 22,14).
Ἐρ. : …………………
Ἀπ. : Ναί. Ὁ Θεός προγνωρίζει, ἀλλά δέν προορίζει, δέν δίνει κατεύθυνση στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτεξούσιος. Αὐτή ἡ ἐρώτηση εἶναι ἄτοπη, γιατί γιά ἕναν πού δέν ὑπάρχει, δέν ἔχει νόημα νά πεῖς ἤ νά ρωτήσεις κάτι γι’ αὐτόν, ἀφοῦ εἶναι ἀνύπαρκτος. Ἀπό τήν στιγμή πού κάποιος ὑπάρχει, τίθεται μετά τό ἐρώτημα ἄν θά σωθεῖ ἤ ὄχι. Ὁ Θεός ἀπό ἄπειρη ἀγάπη μᾶς ἔπλασε καί γιά κανέναν ἄλλον λόγο. Ἐμεῖς μετά ἀξιοποιήσαμε κακῶς αὐτήν τήν ἀγάπη καί εἴπαμε ὄχι στόν Θεό.
Ἐρ. : …………………
Ἀπ. : Τό καινούριο τραγούδι, τήν καινή ὠδή πού ψάλλουν στήν Ἀποκάλυψη οἱ σεσωσμένοι. Μακάρι νά εἴμαστε καί ἐμεῖς μέσα σέ αὐτούς!

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου