ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Ἀσκητικοί ἀγῶνες 1. Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης. Π. Σωφρονίου. 4ο Μέρος. Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης.


«Μοναστικοί ἀγῶνες» ἀπό τό βιβλίο «Ὁ Γέροντας Σιλουανός» τοῦ πατρός Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ. Ἔχουμε ἀφήσει τόν Ἅγιο Σιλουανό στό μοναστήρι, ὅπου εἶχε μιά συγκλονιστική ἐμπειρία. Εἶδε τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Εἴδαμε ἐπίσης πῶς ἀγωνιζόταν. Τώρα ἀκόμα περισσότερο θά μελετήσουμε τούς ἀγῶνες πού ἔκανε στό μοναστήρι του.
«Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στόν ἀδελφό Συμεών -ἔτσι λεγόταν ὁ Ἅγιος Σιλουανός προηγουμένως- ὑπῆρξε χωρίς ἀμφιβολία τό σπουδαιότερο γεγονός τῆς ζωῆς του. Δέν ἦταν δυνατόν παρά νά ἐπιδράσει μέ τόν πιό οὐσιαστικό τρόπο σέ ὅλη τήν κατοπινή ζωή του καί νά προκαλέσει τίς πιό βαθιές ἀλλαγές στήν ψυχή καί τήν συνείδησή του». Μιά Θεοφάνεια εἶναι συγκλονιστικό γεγονός, τό ὁποῖο ἀφήνει ἀνεξίτηλα ἴχνη στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. «Ἐξωτερικά βέβαια ἡ ροή τῆς ζωῆς του λίγο ἄλλαξε. Παρέμεινε στό ἴδιο διακόνημα στόν Μύλο», πού, ὅπως εἴχαμε πεῖ, ἦταν πάρα πολύ κοπιαστικό, «καί μοίραζε τόν χρόνο του ὅπως καί πρίν, κατά τήν γενική τάξη τῆς Μονῆς: ἡ προσευχή στό κελλί, οἱ πολύωρες ἀκολουθίες στἠν Ἐκκλησία, ἡ κοπιαστική ἡμέρα μέ τίς φυσικές ἀνθρώπινες ἀνάγκες: διατροφή, ἀνάπαυση, ὕπνο». Γιατί ἀκομα καί ὁ ἅγιος καί κάθε πνευματικός ἄνθρωπος ἔχει φυσικά καί σῶμα καί ὁπωσδήποτε πρέπει νά δίδει καί στό σῶμα αὐτά πού χρειάζεται. «Ἡ τάξη ἦταν γενική γιά ὅλους, ἀλλά ἡ ζωή καθενός διαφορετική, «δική του». Μπορεῖ κανείς νά βρίσκεται σ’ ἕνα σύνολο ὀργανωμένο, σ’ ἕνα κοινόβιο καί νά ἔχουν ἕνα κοινό πρόγραμμα, ἀλλά δέν σημαίνει αὐτό ὅτι ὅλοι κάνουν τήν ἴδια ζωή. Ὁ καθένας ἔχει τή δική του προσωπική ζωή καί μάλιστα τή δική του ἐσωτερική πνευματική ζωή.
«Κι ἄν καθένας ἔχει τήν «προσωπική» του ζωή, πολύ περισσότερο τήν εἶχε ὁ Συμεών. Τήν στιγμή τῆς ἐπιφάνειας τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του «πληροφορήθηκε» ὅτι τοῦ συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες του». Γιατί τήν ὥρα ἐκείνη πού εἶδε τόν Θεό, ἦταν βεβαίως μία πολύ μεγάλη δόση χάριτος, μετοχή στή θεία δόξα, μετοχή στή θεία χάρη, ἡ ὁποία καθάρισε τήν ψυχή τοῦ Σιλουανοῦ. «Χάθηκαν οἱ φλόγες τοῦ ἅδη, πού βρυχιόνταν γύρω του, ἔπαψε ἡ κόλαση πού δοκίμαζε μισό χρόνο.
Τώρα τοῦ δόθηκε νά ζήσει τήν ἰδιαίτερη χαρά καί τήν μεγάλη ἀνάπαυση τῆς εἰρηνεύσεως μέ τόν Θεό». Γιατί ἡ Θεοφάνεια, ἡ θέα τοῦ Θεοῦ εἶναι θέωση γιά τόν ἄνθρωπο. Κι ὅταν κανείς βλέπει τόν Θεό, θεώνεται, καθαρίζεται, φωτίζεται. Ἔχει ἤδη περάσει τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό καί περνάει στό ὕψιστο σκαλοπάτι πού λέγεται θέωση καί αὐτό εἶναι μία πιστοποίηση τῆς συγχώρησης τῶν ἁμαρτιῶν του. Οἱ ἁμαρτίες συγχωροῦνται, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος θά παραμένει σ’ αὐτή τήν κατάσταση συνεχῶς. Στήν θέωση κανείς δέν παραμένει συνέχεια, ἀλλά, κατά κάποιο τρόπο, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, «μπαινοβγαίνει», δηλαδή μεταπίπτει ἀπό τήν κατάσταση τῆς θέωσης στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Μπορεῖ νά μείνει γιά λίγο χρόνο, γιά πέντε λεπτά, γιά μία μέρα, γιά μερικές μέρες καί γιά χρόνια ἀκόμα, ἀλλά πάλι μετά ἐπανέρχεται στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ.
Τώρα τοῦ δόθηκε λοιπόν, νά καταλάβει τήν εἰρήνευση μέ τόν Θεό. «Στήν ψυχή του κυριαρχοῦσε τό νέο γλυκύ αἴσθημα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, γιά κάθε ἄνθρωπο». Ὅταν ἔρχεται ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο καί μετέχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁπωσδήποτε τό κύριο αἴσθημα πού πρυτανεύει μέσα του εἶναι τό αἴσθημα τῆς ἀγάπης, γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καί γιά τόν διάβολο ἀκόμα, καί προπάντων γιά τόν Θεό. Ὅταν συζητοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης μέ τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Καυσοκαλύβη γιά τό ποιά εἶναι τά σημεῖα τῆς χάριτος καί ποιά εἶναι τά σημεῖα τῆς πλάνης, τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὅτι ἕνα ἀπό τά βασικά σημεῖα τῆς χάριτος εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἀγάπης γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά ὄλο τόν κόσμο καί φυσικά γιά τόν Θεό πρῶτα ἀπ’ ὅλα. Ἀπό τό τί ἀφήνει μία ἐμπειρία, ἀπό τό ἀποτέλεσμα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά καταλάβει, ἄν ἔχει μιά στοιχειώδη διάκριση καί πάντοτε μέ τήν βοήθεια τοῦ Πνευματικοῦ του, ἄν ἡ ἐμπειρία ἦταν ἀπό τόν Θεό ἤ ὄχι. Ἄν τό ἀποτέλεσμα εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος, δηλαδή «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία…» (Γαλ. 5,22), τότε καταλαβαίνει ὅτι αὐτή ἡ ἐμπειρία ἦταν ἀπό τόν Θεό. Ἄν ὅμως τοῦ ἀφήνει τά ἀντίθετα, δηλαδή μίσος, ἀποστροφή, ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια, θυμό, ἀπομάκρυνση ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ταραχή κ.λ.π., τότε καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἐμπειρία του δέν ἦταν ἀπό τόν Θεό.
«Στήν ψυχή του», λοιπόν, «κυριαρχοῦσε τό γλυκύ αἴσθημα τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί γιά κάθε ἄνθρωπο. Ἔπαψε ἡ προσευχή τῆς μετάνοιας, ἔφυγε ἐκείνη ἡ ἀβάστακτη πύρινη ἀναζήτηση τῆς ἀφέσεως, πού δέν ἄφηνε τόν ὕπνο νά ’ρθεῖ στά βλέφαρά του. Ἄραγε αὐτό σήμαινε ὅτι μποροῦσε τώρα νά παραδοθεῖ ἥσυχα στόν ὔπνο; Ὄχι βέβαια». Τό ὅτι ἔφυγε ἡ προσευχή τῆς μετάνοιας, δέν σημαίνει ὅτι ὁ Ἅγιος ἔπαψε νά ζητάει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, ἀκριβῶς ἐκείνη τήν ὥρα, ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, σταματάει κάθε προσευχή, σταματάει καί ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με, γιατί πλέον ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τόν Θεό καί ἤδη ἔχει πάρει τό ἔλεος, αὐτό πού ζητοῦσε. Ὅταν ἐπανέρχεται ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, τότε βεβαίως γυρνάει καί στήν κατάσταση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.
«Τόν πρῶτο καιρό μετά τήν ἐπιφάνεια -τήν Θεοφάνεια δηλαδή- ἡ ψυχή τοῦ Συμεών, πού γνώρισε τήν ἀνάστασή της καί εἶδε τό φῶς τῆς ἀληθινῆς καί αἰώνιας ὑπάρξεως, ἔζησε σέ ἕνα πασχαλινό πανηγύρι. Ὅλα ἦταν ὡραῖα: ὁ κόσμος μεγαλειώδης, οἱ ἄνθρωποι εὐχάριστοι, ἡ φύση ἀνείπωτα ὄμορφη, τό σῶμα ἄλλαξε καί ἔγινε ἀνάλαφρο, προστέθηκαν δυνάμεις, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔδινε χαρά στήν ψυχή, οἱ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες στήν Ἐκκλησία καί κυρίως οἱ προσευχές στό κελλί ἔγιναν γλυκές. Ξέχειλη ἀπό τήν χαρά ἡ ψυχή σπλαχνιζόταν τούς ἀνθρώπους καί δεόταν γιά ὄλο τόν κόσμο». Βλέπετε, ὅταν ὁ Θεός ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο, τόν ἀλλάζει. Ἀλλάζει τά πάντα, ἀλλάζει καί τό πῶς βλέπει τόν κόσμο ὁ ἄνθρωπος. Ὅλα γίνονται πανέμορφα, γιατί ὅλα τά βλέπει πλέον ὀ ἄνθρωπος αὐτός λουσμένα στήν ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ.
«Μετά ἀπό κάμποσο καιρό, τό πρωί μιᾶς γιορτῆς, μετά ἀπό μιά ὁλονύκτια ἀγρυπνία, ὅταν ὁ ἀδελφός Συμεών διακονοῦσε στήν κοινή τράπεζα, τόν ἐπισκέφθηκε γιά δεύτερη φορά ἡ χάρη, παρόμοια μέ τήν πρώτη, ἀλλά μέ κάπως λιγότερη δύναμη. Κατόπιν βαθμηδόν ἡ ἐνέργειά της ἄρχισε νά ἐλαττοῦται. Ἡ μνήμη τοῦ βιώματος διατηρήθηκε στόν νοῦ του, ἀλλά ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά μειώθηκαν στήν αἴσθηση τῆς καρδιᾶς του καί στή θέση τους μπῆκε ὁ φόβος τῆς ἐγκαταλείψεως. Βρισκόταν σέ ἀπορία τί νά κάνει γιά νά ἀποφύγει αὐτή τήν ἀπώλεια. Ὁ ἀγώνας τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνίας καί προσευχῆς συνεχίζεται ἀπαράλλακτα ἐντατικῶς, κι ὅμως τό φῶς καί ἡ ἀγάπη ἀτονοῦν καί ἡ ψυχή θλίβεται καί νοσταλγεῖ τόν Κύριο πού ἀπομακρύνεται.
Ἡ ἀπορία ὁλοένα αὐξάνει καί ἀρχίζει νά ἀναζητεῖ προσεκτικά λύση στίς συμβουλές τοῦ πνευματικοῦ καί στά ἀσκητικά ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὁ νεαρός μοναχός μαθαίνει πώς καταξιώθηκε νά λάβει μιά δωρεά σπάνια, ἐξαιρετική, μά δέν καταλαβαίνει γιατί ὁ νοῦς του, πού φωτίστηκε ἀπό τό ἄπλετο φῶς τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, σκοτίζεται καί πάλι, παρά τόν ἀγῶνα γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἀπό ὁράματα δαιμόνων, πού εἶχαν ἐξαφανιστεῖ τόν πρῶτο καιρό μετά τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου». Βέβαια λίγο πιό μετά θά μᾶς τό πεῖ ποιά εἶναι ἠ αἰτία. Ἐγώ, ἄν εἶναι εὐλογημένο, θά τό πῶ προκαταβολικά.
- Γιατί σκοτεινιάζει ἡ ψυχή μας;
Ὁ Θεός τό λέει σαφῶς, ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμα, ὅτι «στούς ταπεινούς δίνω τή χάρη μου, στούς ὑπερήφανους ἀντιτάσσομαι» (Παρ. 3,34). Εἶναι μιά πολύ μεγάλη καί ὕπουλη παγίδα τῆς ὑπερηφάνειας, πού πιάνει καί τούς τέλειους ἀκόμα. Ἄν δέν προσέξει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει φτάσει καί στήν θέωση, ὅπως ὁ Ἅγιος Σιλουανός πού εἴπαμε εἶχε αὐτή τήν Θεοπτία, πέφτει στήν ὑπερηφάνεια καί μετά βεβαίως χάνει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, χάνει τή χάρη, ὁ Θεός ἀποτραβιέται. Αὐτό τό μάθημα δέν τό ἔχει μάθει ἀκόμα ὁ Ἅγιος Σιλουανός, τό μάθημα δηλαδή τῆς ταπείνωσης. Θά τοῦ τό μάθει ὁ Θεός, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω.
«Ὁ Συμεών, γεμάτος ἀπορία, πῆγε στό Παλαιό Ρωσικό, γιά νά ζητήσει συμβουλές ἀπό τόν Γέροντα Ἀνατόλιο. Αὐτός ἀφοῦ ἄκουσε ὅσα συμβαίνουν στόν δόκιμο μοναχό, τοῦ λέει:
- Θά προσεύχεσαι, ὅπως φαίνεται πολύ.
- Προσεύχομαι ἀδιαλείπτως, ἀπάντησε ὁ Συμεών.
- Νομίζω πώς προσεύχεσαι κάπως ἐσφαλμένα, γι’ αὐτό βλέπεις συχνά δαίμονες.
- Δέν ξέρω τί σημαίνει «προσεύχομαι ἐσφαλμένως ἤ ὀρθῶς», ἀλλά ξέρω ὅτι πρέπει νά προσεύχομαι πάντοτε καί γιά αὐτό προσεύχομαι ἀδιάκοπα.
- Νά φυλάγεις τόν νοῦ καθαρό ἀπό κάθε φαντασία καί λογισμό κατά τήν προσευχή καί νά τόν περικλείεις στά λόγια τῆς προσευχῆς, τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας Ἀνατόλιος καί τοῦ ἐξήγησε τί σημαίνει νοῦς «καθαρός» καί πῶς «περικλείεται» στά λόγια τῆς προσευχῆς», πῶς νά κλείνει τόν νοῦ του μέσα στά λόγια. Αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες ὅτι ἡ προσευχή πρέπει νά εἶναι καθαρά, ἀνείδεος, χωρίς μορφές, χωρίς φαντασίες, γιατί τό ὄχημα τῶν δαιμόνων εἶναι ἡ φαντασία, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος καί ἄν ὁ ἄνθρωπος δέχεται φαντασίες ἤ φτιάχνει φαντασίες μόνος του, κινδυνεύει ἀπό τούς δαίμονες.
«Ὁ Συμεών ἔμεινε ἀρκετό καιρό κοντά στόν Γέροντα Ἀνατόλιο. Ὁ π. Ἀνατόλιος κατέκλεισε τίς διδακτικές καί χρήσιμες ὁδηγίες του μέ φανερή κατάπληξη: «Ἄν τώρα εἶσαι τέτοιος, τί θά εἶσαι λοιπόν στά γηρατειά σου;». Ἐξέφρασε τόν θαυμασμό του γιά τόν νέο μοναχό!
«Ὁ πάτερ Ἀνατόλιος ἦταν ὑπομονετικός καί ἐπιμελής ἀσκητής. Ὁ Γέροντας Σιλουανός ἔλεγε γιά αὐτόν πώς πέρασε τήν ζωή του μέ νηστεία καί μετάνοια, ἀλλά μόνο στά γηρατειά, στό τεσσαρακοστό πέμπτο ἔτος τῆς μοναχικῆς του ζωῆς ἐδοκίμασε τό μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί γνώρισε πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρη. Ἦταν φυσικό πού ἐξεπλάγη ἀπό τή ζωή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ, ἀλλά δέν ἔπρεπε ὅμως νά φανερώσει τήν ἔκπληξή του». Αὐτό ἦταν ἕνα λάθος τοῦ πνευματικοῦ. «Καί αὐτό ἦταν τό σφάλμα του, γιατί ἔδωσε στόν νεαρό ἀθλητή τήν ἀφορμή κενοδοξίας, μέ τήν ὁποία δέν εἶχε μάθει ἀκόμα νά παλεύει ἐκεῖνος». Τοῦ φούσκωσε τό μυαλό δηλαδή μέ τό πού τοῦ εἶπε «Ἄν τώρα εἶσαι τέτοιος, τί θά εἶσαι λοιπόν στά γεράματά σου;».
«Τό σφάλμα τοῦ Γέροντος Ἀνατολίου δέν ἦταν μόνο ἀντιπαιδαγωγικό, ἀλλά καί κατά τῆς χάρης. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέπει στόν ἀληθινό ἀσκητή νά πεῖ στόν ἀδελφό ἔπαινο, γιατί συχνά ἀκόμα καί οἱ τέλειοι δέν μποροῦν νά τόν ἀκούσουν χωρίς νά ζημιωθοῦν. Ἔπαινοι λέγονται μόνο, ὅταν κάποιος ἀποκάμει ἀπό τήν ἀπόγνωση». Βλέπετε, πῶς μέ δύο προτάσεις μᾶς λέει ὅλη τή σωστή φιλοσοφία γύρω ἀπό τόν ἔπαινο. Πολλοί ρωτᾶνε καί γιά τά παιδιά.
- Πρέπει νά τά ἐπαινοῦμε ἤ δέν πρέπει νά τά ἐπαινοῦμε;
Εἴδατε τί λέει ἐδῶ ὁ π. Σωφρόνιος; Ἅγιος εἶναι κι αὐτός οὐσιαστικά, μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. «Ἡ χάρις», λέει, «τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέπει νά πεῖς ἔπαινο». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐνεργό τήν χάρη μέσα του, δέν ἐπαινεῖ. Γιατί; Γιατί ὁ ἔπαινος εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο πράγμα καί πολύ δύσκολα ξεφεύγει κανείς ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ὅταν τόν ἐπαινοῦμε. Λέει πάλι ἕνα πατερικό ρητό: «ὁ ἐπαινῶν μοναχό παραδίδει αὐτόν στόν σατανᾶ» . Ἄν στόν μοναχό, πού ἔχει καί κάποια πείρα πνευματική, τοῦ κάνει τόσο κακό ὁ ἔπαινος, φανταστεῖτε πόσο κακό κάνει σέ ἕνα παιδί. Γι’ αὐτό ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, νά μή λέτε μπράβο στά παιδιά. Ὄχι μπράβο, ὄχι ἔπαινο, γιατί ἀκριβῶς αὐτό τά βάζει στήν περιοχή τῆς κενοδοξίας. Τούς τρέφει τήν κενοδοξία καί βεβαίως μετά τούς στερεῖ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐναντίον τῆς χάρης ὁ ἔπαινος. Μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει σέ μιά κατάσταση ἀπογοήτευσης μεγάλης, ὅπως λέει ἐδῶ, ὅταν ἀποκάμει ἀπό τήν ἀπόγνωση, τότε τόν ἐπαινοῦμε γιά νά τόν ἀνορθώσουμε, νά μήν τόν κυριέψει τελείως ὁ πονηρός μέ τήν ἀπελπισία.
Ἔπαινοι λοιπόν λέγονται μόνο ὅταν κάποιος ἀποκάμει ἀπό τήν ἀπόγνωση. «Τό νά ἀνοίγονται ὅμως τά μάτια τῆς «ἀριστερᾶς» σέ ὅσα μᾶς χαρίζει ἡ δεξιά τοῦ Θεοῦ, αὐτό ἤ δέν πρέπει νά γίνεται καθόλου ἤ νά γίνεται μέ τήν μεγαλύτερη τέχνη καί προσοχή». Δηλαδή τό νά πληροφορεῖται ὁ ἄνθρωπος, καί μάλιστα ὁ παλαίος ἄνθρωπος, γιά κάτι πού ἔκανε καλό κ.λ.π., αὐτό εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο καί δέν πρέπει νά γίνεται. «Νά μή γνωρίζει ἡ ἀριστερά σου ὅσα ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6,3). Νά μή γνωρίζει, κατά κάποιο τρόπο νά μήν τοῦ ἀποκαλύπτουμε αὐτό πού τοῦ χαρίζει ὁ Θεός. Νά μή μάθει ὅτι εἶναι ἅγιος δηλαδή, νά μήν τοῦ ποῦμε τέτοια πράγματα, γιατί αὐτό γίνεται πολύ ἐπικίνδυνο γιά αὐτόν.
«Οὕτως ἤ ἄλλως ἄρχισε γιά τόν νεαρό καί ἀκόμη ἄπειρο μοναχό Συμεών ἡ πιό δύσκολη, ἡ πιό περίπλοκη, ἡ πιό «λεπτή» μάχη ἐναντίον τῆς κενοδοξίας». Εἶναι πάρα πολύ λεπτή αὐτή ἡ μάχη καί πάρα πολύ λεπτό καί ὕπουλο αὐτό τό πάθος. Ὅπως λένε πάλι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, μπαίνει παντοῦ. Νηστεύεις; Σοῦ ἔρχεται κενοδοξία. Τρῶς; Πάλι σοῦ ἔρχεται κενοδοξία ἀπό ἄλλη πλευρά, ὅτι τάχατες ἔχεις διάκριση καί τό κάνεις γιά νά κρυφτεῖς… Τό ἴδιο καί σέ κάθε πράγμα.
«Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ κενοδοξία ἐπισύρουν κάθε φθορά καί κάθε πτώση». Κι ἄν κανείς ἀναζητήσει τό ὑπόβαθρο κάθε πτώσης, θά δεῖ ὄτι εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ κενοδοξία. Γι’ αὐτό καί οἱ ἀρχαῖοι λέγανε: «Τῆς πτώσεως ἡγεῖται ὕβρις». Πρίν ἀπό κάθε πτώση προηγεῖται ἡ ὑπερηφάνεια. «Ἡ χάρη ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο, ἡ καρδία ψυχραίνεται, ἡ προσευχή ἀδυνατίζει, ὁ νοῦς διασκορπίζεται καί ἀρχίζουν οἱ προσβολές τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν», ὅταν ὁ ἄνθρωπος κενοδοξήσει καί ὑπερηφανευτεῖ. «Ἡ ψυχή πού ἔχει θεωρήσει τήν ἄλλη ζωή, καρδιά πού ἐβίωσε τήν γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νοῦς πού γνώρισε τήν καθαρότητα, δέν θέλουν νά συγκατατεθοῦν στήν ἀποδοχή τῶν ἀτόπων λογισμῶν πού τά πολιορκοῦν. Πῶς ὅμως νά τό πετύχουν;». Βλέπει ἡ ψυχή ὅτι εἶναι ἄτοπο, ὅτι δέν πρέπει νά γίνει αὐτό, ἀλλά πῶς νά τό καταφέρει;
«Πρίν ἀπό τήν Θεοφάνεια ἡ ψυχή τοῦ Συμεών δέν μποροῦσε νά ἀποδιώχνει τούς λογισμούς καί ἔφθασε ὡς τήν ἀπόγνωση, παρά τήν προσευχή πού ἐνεργοῦσε ἀκατάπαυστα. Μετά τήν Θεοφάνεια ἡ ψυχή του γνώρισε τήν εἰρήνη τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ ζωή του ἔγινε συνεχής δοξολογία. Τώρα ὅμως ξαναγύρισε ἡ μάχη μέ τούς λογισμούς. Ἡ ψυχή νοσταλγεῖ, ζητεῖ, ἱκετεύει, θρηνεῖ, ἀγωνίζεται, γιά νά κρατήσει τόν Ἀκράτητο (τόν Θεό), τό φῶς ὅμως, καί ὅταν ἐπιστρέφει, μένει μόνο γιά λίγο καιρό καί ξανά ἀπομακρύνεται. Ἄρχισε ὁ μακρύς χρόνος τῆς ἐναλλαγῆς τῆς χάρης καί τῆς ἐγκαταλείψεως». Αὐτή ἡ ἐναλλαγή δέν εἶναι ἐξ αἰτίας τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἐξ αἰτίας δικῆς μας. Ὁ Θεός ποτέ δέν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τό λέμε ἔτσι λεκτικά, καί ἐδῶ ὁ π. Σωφρόνιος τό λέει, ἤ κάπου ἴσως ἀκούσετε καί τήν λέξη «Θεοεγκατάλειψη». Ἀλλά δέν εἶναι ἀκριβής θά λέγαμε αὐτός ὁ ὅρος, γιατί ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, τό Ἅγιο Πνεῦμα λέει ὅτι «οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ᾿ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. 13,5). Λέει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, δέν θά σέ ἀφήσω, δέν θά σέ ἐγκαταλείψω ποτέ. Ἀλλά τί γίνεται; Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑπερηφανεύεται, ὅταν κενοδοξεῖ, χτίζει ἕνα τεῖχος πού τόν χωρίζει ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μετά νιώθει ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τόν Θεό. Δέν εἶναι ὅμως ὁ Θεός πού τόν ἔχει ἐγκαταλείψει. Ἐκεῖνος εἶναι πού ἔχει ἀπομονωθεῖ μέ τά μονωτικά τῆς ὑπερηφάνειας καί τῆς κενοδοξίας ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ἐνῶ ἔρχεται ἡ Χάρις νά τόν βοηθήσει, δέν μπορεῖ νά τόν βοηθήσει, γιατί δέν τῆς τό ἐπιτρέπει ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος.
- Καί ποιός εἶναι ὁ ὑπερήφανος;
Αὐτός ὁ ὁποῖος ἐμπιστεύεται στόν ἑαυτό του, στίς δυνάμεις του, στήν ἄσκησή του καί ἔχει τό δικό του θέλημα. Δέν λέει, Θεέ μου, κάνε με, ὅπως θέλεις Ἐσύ νά εἶμαι. Ἀλλά λέει, ξέρω ἐγώ, θά γίνω ὅπως θέλεις Ἐσύ καί μετά θά ’ρθῶ νά μοῦ πεῖς καί μπράβο!
«Ἡ συμβουλή τοῦ Γέροντα Ἀνατόλιου νά περικλείει τόν νοῦ στά λόγια τῆς προσευχῆς, βοήθησε τόν Συμεών νά καθαρίσει ἕως ἑνός σημείου τόν νοῦ του, ἀλλά ἀνεπαρκῶς καί ἔτσι ὀρθώθηκε μπροστά του μέ ὅλη τήν δύναμή του τό πρόβλημα τοῦ ἀσκητικοῦ «ἀγῶνα μέ τόν λογισμό».
Γιά ὅποιον μπῆκε στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁ ἀγώνας τῶν λογισμῶν δέν εἶναι ἁπλή σκέψη γιά τό α΄ ἤ τό β΄, ἀλλά ἀντίσταση «πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Ἐφεσ. 6,11). Ἡ ἐξωτερική μορφή πού ντύνεται ὁ λογισμός πολύ συχνά δέν δίνει τήν δυνατότητα νά ἀντιληφθεῖς ἀπό ποῦ προέρχεται». Εἶναι δυσδιάκριτη ἡ πηγή τοῦ λογισμοῦ. «Συνήθως πλησιάζει ἀθόρυβα σάν κλέπτης καί ἡ πρώτη λογική του μορφή μπορεῖ νά φανεῖ ὄχι μόνο τελείως φυσική ἀλλά καί σοφή, ἀκόμα καί ἁγία». Νά θεωρεῖς ὅτι εἶναι ἕνας ἅγιος λογισμός. «Κι ὅμως πολλές φορές ἀρκεῖ καί ἡ πιό ἐλαφρά προσέγγιση τέτοιου λογισμοῦ, γιά νά προκαλέσει βαθιά ἀλλαγή στήν ψυχή. Ἡ κρίση γιά τήν φύση τοῦ λογισμοῦ δέν πρέπει νά στηρίζεται στήν ἐξωτερική του μορφή. Μόνον ἡ πείρα ὁδηγεῖ στήν γνώση γιά τό ποιά δύναμη καί λεπτότητα καί πόσες ποικιλόμορφες ὄψεις μποροῦν νά προσλαμβάνουν οἱ δαιμονικές ὑποβολές. Ἀκόμα καί ὅταν εἶναι ἀγαθός στή φύση του ὁ λογισμός, μπορεῖ νά παρεισφρήσει ἕνα ξένο στοιχεῖο καί νά ἀλλάξει οὐσιαστικά τό πνευματικό του περιεχόμενο καί τήν ἐνέργειά του ἐπάνω μας». Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὡς καλύτερο τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν λογισμῶν μᾶς ἔχουν δώσει τήν περιφρόνηση, ὄχι τή συζήτηση, τόν διάλογο καί τήν ἀντίσταση κατά μέτωπο. Γιατί ὁ διάβολος εἶναι πάρα πολύ μεγάλος «μάστορας», πανοῦργος καί ξέρει πολύ καλά νά κρύβεται, νά καλύπτεται καί νά μᾶς ὑπονομεύει.
«Ὁ λογισμός εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐμφάνισή του στή σφαίρα τῆς συνειδήσεως δέν ἀποτελεῖ ἁμαρτία», ἡ προσβολή ὅπως λέμε. Ἡ πρώτη ἐπίθεση, ἡ πρώτη ἐμφάνιση δέν εἶναι ἁμαρτία, «ἀλλά εἶναι μόνο ἡ πρόταση γιά τήν ἁμαρτία». Προσέξτε, ὁ διάβολος αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει, νά κάνει προτάσεις. Δέν ἔχει ἐξουσία νά ἐπηρεάσει τήν ἐλευθερία μας, νά ἐπηρεάσει τό αὐτεξούσιό μας, νά μᾶς ἀναγκάσει νά κάνουμε κάτι πού αὐτός θέλει. Μᾶς τό προτείνει μόνο. «Ἡ ἀπόκρουση τοῦ λογισμοῦ ἀποκλείει τήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς ἁμαρτίας». Ἀλλά μᾶς ἔχουν πεῖ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτι ἀντί νά μάχεσαι τόν λογισμό, νά κάνεις διάλογο καί νά πολεμᾶς, εἶναι πολύ καλύτερο νά τοῦ γυρίσεις τήν πλάτη, νά τόν περιφρονήσεις. Καί ὁ διάβολος, ἐπειδή εἶναι μέγας ἐγωιστής, ὅταν τόν περιφρονοῦμε, φεύγει. Ἐνῶ ὅταν ἀσχολούμαστε μαζί του, ἔστω καί ἀρνητικά, τοῦ λέμε «δέν σέ θέλω, φύγε», τότε χαίρεται γιατί τράβηξε τήν προσοχή μας καί ἄν μή τί ἄλλο μᾶς ἀπασχόλησε, καί ἔχει μεγάλες ἐλπίδες νά μᾶς ρίξει κιόλας στήν ἁμαρτία, ὅπως συνέβη μέ τήν Εὔα.
Σήμερα θυμόμαστε τήν πτώση της, μέ τόν Ἀδάμ, τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ Εὔα ἔπιασε συζήτηση μέ τόν ὄφη, ὁ ὁποῖος τόσο λογικά, τόσο ὄμορφα τῆς σέρβιρε τόν λογισμό «τί σᾶς λέει ὁ Θεός νά μή φᾶτε;.. ἅμα φᾶτε θά γίνετε θεοί σάν κι Αὐτόν.. ὁ Θεός εἶναι πονηρός, δέν θέλει νά Τοῦ πάρετε τήν θέση, τήν ἐξουσία… γι’ αὐτό σᾶς εἶπε νά μή φᾶτε ἀπό αὐτό τό δέντρο. Ὅλο τό μυστικό εἶναι σ’ αὐτόν τόν καρπό: θά φᾶς αὐτό τόν καρπό καί θά γίνεις θεός..». Πολύ εὔλογο… πολύ ὄμορφα φτιαγμένο τό δηλητήριο… Ἡ Εὔα, λοιπόν, ἀντί νά περιφρονήσει αὐτή τήν πρόταση νά δεῖ καί νά φάει τόν καρπό, συζήτησε καί ἀπάντησε στόν διάβολο καί τοῦ εἶπε, ὄχι, δέν μᾶς εἶπε νά μή φᾶμε ἀπ’ ὅλα τά δέντρα, ἀπό ἕνα δέντρο μόνο. Μετά εἶδε, λέει, τόν καρπό, τῆς ἄρεσε ὁ καρπός καί τόν ἔφαγε. Ἄν ἀπέφευγε ἐξ ἀρχῆς τήν συζήτηση μέ τόν ὄφη, μέ τόν διάβολο, μέ τόν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ, δέν θά ἔπεφτε. Ὅλο τό μυστικό, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖ: νά μήν πιάνουμε συζήτηση μέ τούς λογισμούς.
«Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός θεωρεῖ σάν κύριο ἔργο του τήν ἐσωτερική νοερά προσευχή μέ τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Αὐτό τοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά βλέπει τόν λογισμό, πρίν μπεῖ στην καρδιά», γιατί ὅταν κανείς προσεύχεται καρδιακά, νοερά, ἔχει, αὐτό πού λέμε, τίς προϋποθέσεις νά προσέχει, ἔχει τήν νήψη, ἔχει τήν ἐγρήγορση. Ἤ μᾶλλον ἡ προσευχή βοηθάει καί τήν νήψη, τήν προσοχή. Καί ὅταν κανείς προσεύχεται σωστά, ἔχει αὐτή τήν καλή κατάσταση πού λέγεται νήψη, ἐγρήγορση καί προσέχει τί λέει. Τότε καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν πληροφορεῖ γιά τήν ἐπίθεση καί βλέπει ὁ νοῦς τόν λογισμό τόν ἐχθρικό πού πάει νά μπεῖ στήν καρδιά.
«Νοῦς πού βρίσκεται μέσα στήν καρδιά καί προσέχει μέ ἡσυχία, βλέπει πώς πλησιάζει ἀπ΄ ἔξω ὁ λογισμός προσπαθώντας νά εἰσχωρήσει στήν καρδιά καί τόν διώχνει μέ τήν προσευχή. Αὐτό τό ἔργο, πού λέγεται «νοερά νήψη» ἤ «νοερά ἡσυχία» ἄρχισε νά διδάσκεται ὁ Συμεών. Ἀπό τήν ἡμέρα πού κατά τήν δωρεά τῆς Θεοτόκου ἄρχισε νά ἐνεργεῖται στήν καρδιά του ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἡ προσευχή του δέν σταμάτησε ποτέ. Αὐτό ὅμως δέν τήν ἔκανε τέλεια. Δέν μποροῦσε τότε νά εἶναι τέλεια, γιατί ὁ ἴδιος δέν ἦταν ἀκόμη ἀπαθής. Ἡ δωρεά, πού ἀξιώθηκε ὁ Συμεών, ἦταν μεγάλη καί ἀποδείχθηκε ἰσχυρό θεμέλιο τῆς πνευματικῆς του ζωῆς, μά δέν τόν ὁδήγησε ἀμέσως στήν τελειτότητα. Τοῦ συνέβη κάτι μεγαλύτερο, ἀλλά πάντως ὅμοιο μέ ὅ,τι συμβαίνει σέ πολλούς: μέ τήν φλογερή ὁρμή τους φθάνουν στήν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλά μή ὄντας καθαροί ἀπό τά πάθη μέ μακρά ἄσκηση, παρά τήν ἐνέργεια τῆς προσευχῆς, πέφτουν στήν ἁμαρτία κατά πάθος. Ὁ ἀσκητής δέν ἱκανοποιεῖται μέ μιά τέτοια κατάσταση.
Ὁ ἀδελφός Συμεών δέν ἤξερε ἀκόμα νά «φυλάγει τόν νοῦ», καί ἔτσι, ὅταν προσευχόταν, δέν ἀνεχαίτιζε τήν ἐνέργεια τῆς φαντασίας, μέ τήν ὁποία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες. Ἡ φαντασία ἀναπόφευκτη γιά κάθε ἀρχάριο ἐπιφέρει παραμόρφωση στήν πνευματική ζωή, πού ὅμως, δέν θεωρεῖται πλάνη γιατί εἶναι ἀναπόφευκτη στήν περίοδο τοῦ ἀρχάριου. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ ἀρχάριος ὁδηγεῖται σταδιακά ἀπό αὐτόν τόν τρόπο προσευχῆς στόν ἄλλον, πού συνίσταται στό «περικλείειν τόν νοῦν εἰς τούς λόγους τῆς προσευχῆς». Ὁπότε δέν ὑπάρχει φαντασία, ὅταν ὁ νοῦς κλείνεται στά λόγια τῆς προσευχῆς. Ἀλλά αὐτό δέν μαθαίνεται ἀμέσως. «Ἡ μορφή αὐτή τῆς προσευχῆς εἶναι κάπως δυσκολότερη καί ξερή, ἀλλά εἶναι προτιμητέα ὡς πιό ὀρθή καί λιγότερο ἐπικίνδυνη.
Ὁ ἀδελφός Συμεών προσέβλεπε βέβαια διακαῶς πρός τόν Θεό, μά ἦταν ἁπλός καί ἀφελής, καί ἔτσι ἡ προσευχή συνοδευμένη ἀπό τήν φαντασία πῆρε γρήγορα ἐπικίνδυνη μορφή καί ἔδωσε στά πονηρά πνεύματα τήν δυνατότητα νά πειράζουν τόν νεαρό ἀσκητή. Καί ἐκεῖνο τό παράξενο φῶς, πού γέμισε μιά νύκτα τό κελλί του καί φώτισε ἀκόμα καί τό ἐσωτερικό ἀπό τό σῶμα του, καί ἐκεῖνες οἱ τερατώδεις μορφές, πού γέμιζαν τήν νύκτα τό κελλί του καί ἐμφανιζόταν καί μιλοῦσαν μαζί του ἀκόμα καί τήν ἡμέρα, ὅλα αὐτά, κυοφοροῦσαν μεγάλους κινδύνους». Δέν ἦταν τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἦταν δαιμονικό φῶς.
«Εἶναι ἀλήθεια πώς ὅλοι σχεδόν οἱ ἅγιοι ἀσκητές πέρασαν τό στάδιο τοῦ ἀγῶνα κατά τῶν δαιμόνων, καί ἔτσι εἶναι φυσικό νά τούς συναντήσεις στήν πορεία πρός τήν πνευματική τελειότητα. Ἀλλά πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού ὑπέφεραν καί ζημιώθηκαν; Πόσοι ἔμειναν μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς τους ἀσθενεῖς ψυχικά, ἔχασαν τά λογικά τους, ἔφθασαν στήν φοβερή ἀπόγνωση καί χάθηκαν; Πόσες αὐτοκτονίες καί παντοειδή ἐγκλήματα δέν διαπράττονται στόν κόσμο σάν ἐπακόλουθο μιᾶς δαιμονικῆς πνευματικότητας;». Τό βλέπουμε ὁλοφάνερα καί στίς μέρες μας. Κι αὐτές οἱ λεγόμενες σέκτες, πολλές φορές τό μαθαίνουμε ἀπό τίς εἰδήσεις, καταλήγουν καί σέ ὁμαδικές αὐτοκτονίες. Εἶναι μιά δαιμονική πνευματικότητα. Καί ὁ διάβολος, ἐπειδή εἶναι ἀνθρωποκτόνος, ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο μέχρι καί τήν αὐτοκτονία, ἄν μπορέσει. Καί ἡ αἰτία βέβαια τῆς δαιμονικῆς πνευματικότητας δέν εἶναι ἄλλη ἀπ’ τήν ὑπερηφάνεια.
«Ὅποιος ἀγωνίστηκε αὐτόν τόν ἀγῶνα ἐναντίον τους, ξέρει πόσο «σοφοί» εἶναι», εἶναι πανούργοι, «καί συχνά κόλακες γιά ὅσους τούς δέχονται» -κολακεύουν οἱ δαίμονες- «καί πόσο λυσσασμένοι γιά ὅσους τούς ἀποκρούουν. Ὅταν συμβαίνει σέ ἀσκητή αὐτό πού συνέβη στόν ἀδελφό Συμεών, ὁ πνευματικός πατέρας ἐντείνει ὅλη τήν προσοχή του. Ὁ ἀγώνας μέ τούς δαίμονες δέν πρέπει νά ὁδηγεῖ στόν τρόμο. Ὁ τρόμος ἀδυνατίζει τήν ψυχή καί τήν κάνει πιό εὐάλωτη ἀπό τόν δαιμονικό βιασμό.
Ὁ ἀδελφός Συμεών ἦταν ἁπλός ἀλλά ἀνδρεῖος. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νά μένει κανείς ἤρεμος σέ παρόμοιες περιστάσεις.
Ἀπό τούς Βίους τῶν Ἁγίων, ἀπό τά ἀσκητικά συγγράμματα τῶν Πατέρων, ἀπό συνομιλίες μέ πνευματικούς καί ἄλλους συγχρόνους του ἀσκητές τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ νεαρός μοναχός διδάσκεται σταδιακά τήν πιό τέλεια ἀσκητική πράξη, ἐνῶ βρίσκεται συνεχῶς σέ ἔναν ἀγῶνα, πού σέ πολλούς θά φαινόταν ἁπλῶς ἀδύνατος. Ὁ ὕπνος του, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὅπως καί πρίν, μέ διακοπές. Δέν ξαπλώνει σέ κρεβάτι, ἀλλά κοιμᾶται καθισμένος σέ σκαμνί· τήν ἡμέρα κοπιάζει σάν ἐργάτης· εἶναι καρτερικός στήν ἐσωτερική ὑπακοή - στήν ἄρνηση τοῦ δικοῦ του θελήματος». Δέν ἀρκεῖ δηλαδή νά ὑπακούει κανείς ἐξωτερικά μόνο, ἀλλά καί μέσα στήν ψυχή του νά ἀρνεῖται τό θέλημά του. «Διδάσκεται νά παραδίδει ὅλο τόν ἑαυτό του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἐγκρατεύεται στήν τροφή, στήν ὁμιλία, στίς κινήσεις· προσεύχεται γιά πολύ μέ τήν νοερά προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, μιά ἐργασία πολύ δύσκολη, πού συντρίβει κυριολεκτικά ὅλες τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Καί ὄμως, τό φῶς τῆς χάρης τόν ἐγκαταλείπει πολλές φορές παρόλο τόν ἀγῶνα του.
Ἡ ἀλλαγή καταστάσεων, ἄλλοτε ἐπισκέψεις τῆς χάριτος, ἄλλοτε ἐγκατάλειψη καί δαιμονικές προσβολές, δέν παραμένει ἄκαρπη. Ἀκριβῶς ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀλαγῆς ἡ ψυχή τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ βρίσκεται σέ συνεχή ἐσωτερική μέριμνα, ἐπαγρύπνηση καί ἔνθερμη ἀναζήτηση διεξόδου. Ἡ νοερά νήψη, πού διδάχθηκε μέ τήν ὑπομονή καί τήν ἀνδρεία, πού τόν χαρακτήριζαν, τοῦ ἄνοιξε νέους ὁρίζοντες πνευματικῆς γνώσεως καί τόν πλούτισε μέ νέα ὅπλα γιά τόν ἀγῶνα κατά τῶν παθῶν. Ὁ νοῦς του ὅλο καί πιό συχνά βρίσκει στήν καρδιά τό σημεῖο ἐκεῖνο τῆς προσοχῆς, πού τοῦ ἔδινε τήν δυνατότητα νά ἐπιτηρεῖ ὅσα γίνονται στόν ἐσωτερικό κόσμο τῆς ψυχῆς. Ἡ σύγκριση τῶν καταστάσεων καί βιωμάτων του τόν ὁδηγεῖ σέ μία καθαρότερη ἀντίληψη γιά ὅσα συμβαίνουν μέσα του». Θυμᾶται δηλαδή καί τίς προηγούμενες ἐμπειρίες του, συγκρίνει μ’ αὐτά πού ζεῖ τώρα καί ἀποκτάει πείρα.
«Ἀρχίζει νά γεννᾶται ἡ ἀληθινή πνευματική γνώση». Εἶναι πλέον γνώση ἐξ ἐμπειρίας, ὄχι γνώση ἀπό βιβλία. «Ἀποκτᾶται ἡ διάκριση γιά τό πῶς πλησιάζουν ἀθόρυβα οἱ λογισμοί τῶν διαφόρων παθῶν καί πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρη. Ὁ Σιλουανός μπαίνει στή ζωή τοῦ συνετοῦ ἀσκητοῦ καί στίς βασικές καί θεμελιακές μελέτες τῆς ζωῆς του ἀνήκουν ἐρωτήματα ὅπως: πῶς ἀποκτᾶται ἡ χάρη, πῶς διαφυλάσσεται, γιατί καί γιά ποιό λόγο ἐγκαταλείπει τήν ψυχή». Ὅταν λέμε ἡ θεία χάρις, ἐννοοῦμε φυσικά τόν Θεό, τήν ἐνέργεια τήν θεία, στήν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος.
«Στόν ἀγῶνα γιά τήν διαφύλαξη τῆς χάρης ὁ μοναχός Σιλουανός ἔφθασε σέ μέτρα πού σέ ἄλλους θά φαινόταν ἀπαράδεκτα σκληρά καί ἴσως προκαλοῦσαν τήν σκέψη ὅτι τέτοια ἀσπλαγχνία ἀπέναντι στόν ἑαυτό του εἶναι διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτό βέβαια δέν εἶναι σωστό. Ψυχή πού γνώρισε τόν Θεό, ὑψώθηκε στή θεωρία τοῦ κόσμου τοῦ αἰωνίου φωτός καί μετά ἔχασε αὐτή τή χάρη, βρίσκεται σέ μιά τέτοια κατάσταση, πού οὔτε κἄν νά τήν φανταστεῖ μπορεῖ ὅποιος δέν τήν γνώρισε προσωπικά. Τό μαρτύριο καί ἡ θλίψη μιᾶς τέτοιας ψυχῆς εἶναι ἀνείπωτα· αἰσθάνεται ἰδιαίτερο μεταφυσικό ἄλγος». Πονάει πάρα πολύ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει ζήσει τόν Θεό καί μετά Τόν χάνει, γιατί εἶναι ὑπέρτατη καί ἀνείπωτη αὐτή ἡ γλυκύτητα πού ἔζησε καί θέλει νά τήν ξαναζήσει.
«Γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἐβίωσε τήν ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, δέν ἀπομένει τίποτα σ’ αὐτόν τόν κόσμο πού μπορεῖ νά τόν γοητεύσει. Κατά κάποιο τρόπο ἡ ἐπίγεια ζωή γίνεται καταθλιπτικό φορτίο καί αὐτός κλαίγοντας ξαναζητᾶ πάλι ἐκείνη τήν ζωή πού ψηλάφισε. Σύζυγος πού χάνει τήν γυναίκα του, πολυαγαπημένη ὕπαρξη, ἤ μητέρα πού χάνει τόν μονάκριβο γιό της, μποροῦν νά καταλάβουν κάπως κι αὐτό μερικῶς τήν ὀδύνη του, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ τήν δύναμη καί τήν ἀξία της, τό ἀσύγκριτο κάλλος καί τήν ἐπιβολή της ξεπερνᾶ ἀπείρως κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη ἀγάπη. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει γιά ὅσους ἔχασαν τή χάρη πώς τό βασανιστήριό τους ξεπερνᾶ τό βασανιστήριο ὅσων καταδικάστηκαν σέ θάνατο καί τό πένθος τους τό πένθος τῶν «νεκρούς κοπτομένων», αὐτῶν πού κλαῖνε τούς νεκρούς. Πιό μεγάλο πένθος ἔχει ὁ Ἅγιος πού ἔχασε τήν θεία Χάρη.
«Τό μέγεθος τῆς ἀπωλείας καί οἱ θλίψεις, πού συνδέονται μέ αὐτήν, ὠθοῦν σέ ἐξαιρετικούς ἀγῶνες. Ἡ ἀγωνιζομένη ψυχή φθάνει μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν δυνάμεών της καί ὅμως δέν πετυχαίνει τό ποθούμενο. Ἡ χάρη μόνο μερικές στιγμές καί γιά λίγο μαρτυρεῖ πώς εἶναι κοντά καί φεύγει ξανά. Ὁ ἀσκητής ὑποφέρει φρικτά ἀπό τόν ζόφο τῆς Θείας ἐγκαταλείψεως· ὁ νοῦς του, παρόλο τόν ἄθλο τῆς ἀδιάλειπτης ἐσωτερικῆς προσευχῆς χάνει τήν διαύγειά του. Τίς νύκτες οἱ δαίμονες προσπαθοῦν νά ἀποσπάσουν τόν μοναχό ἀπό τήν προσευχή ἤ τουλάχιστον νά μή τόν ἀφήσουν νά προσεύχεται καθαρά. Πολλά πράγματα παραμένουν ἀσαφή· ἡ ψυχή βυθίζεται σέ ἀπορία καί ἀναζητεῖ ἐπίμονα τόν Θεό. Γύρω της βρίσκει μόνο ἀναιδεῖς δαίμονες.
«Σύ δέ, Κύριε, ἕως πότε … ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες»;
Ἡ πολλή πείρα τῶν Πατέρων μας στό πέρασμα τῶν γενεῶν ἀπέδειξε πώς σχετικῶς πολλοί ἀξιώθηκαν νά τούς ἐπισκεφτεῖ ἡ χάρις στήν ἀρχή τῆς στροφῆς τους πρός τόν Θεό». Ὅταν πρωτοξεκίνησαν τήν πνευματική ζωή, δέχτηκαν τήν ἐπίσκεψη τῆς Χάρης. «Μονάχα λίγοι ὅμως ὑπέμειναν τόν ἀγῶνα, πού εἶναι ἀπαραίτητος, γιά νά ξαναποκτήσει ὁ ἀσκητής γνωστικῶς πλέον τήν χάρη πού ἀξιώθηκε». Γιατί ὁ Θεός κάνει μία ἐκπαίδευση στόν ἄνθρωπο μέ τήν ἄρση τῆς Χάρης παιδαγωγικῶς. Βέβαια, ὅπως εἴπαμε, φταίει καί ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κενοδοξεῖ, ὑπερηφανεύεται, ἀλλά καί παιδαγωγικῶς αἵρεται ἡ Χάρις, ἔτσι ὥστε νά φουντώσει μεγαλύτερη ἀγάπη γιά τόν Θεό, ὅπως ἡ μητέρα κρύβεται ἀπό τό βρέφος γιά νά δυναμώσει τήν ἀγάπη του πρός αὐτήν.
«Ἀνάμεσα σ’ αὐτούς τούς λίγους», πού ἔκαναν ἀγῶνα νά ξαναποκτήσουν τήν χάρη «πρέπει νά καταταγεῖ ὁ Σιλουανός. Οἱ λέξεις δέν μποροῦν νά ἐκφράσουν οὔτε τήν ἀδημονία μιᾶς μόνο νύκτας αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνα στόν ὁποῖο ἐκεῖνος ἀγωνίστηκε ὁλόκληρα χρόνια. Θυμόμαστε πώς ὁ Γέροντας, πού γενικά δέν τοῦ ἄρεσε νά μιλᾶ γιά τόν ἑαυτό του μᾶς εἶπε κάποτε: «Ἄν δέν μοῦ ἔδινε ὁ Κύριος ἀπό τήν ἀρχή νά γνωρίσω τήν ἄμετρη ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, δέν θά μποροῦσα νά ἀνθέξω οὔτε μία τέτοια νύκτα· κι ὅμως πέρασα ἕνα πλῆθος».
Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν ἀπό τήν ἡμέρα πού τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος καί σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτούς τούς μαρτυρικούς του νυκτερινούς ἀγῶνες κατά τῶν δαιμόνων, ὅταν παρόλες τίς προσπάθειές του δέν μπόρεσε νά προσευχηθεῖ καθαρά, ὁ Σιλουανός σηκώνεται ἀπό τό σκαμνί, γιά νά κάνει μετάνοιες». Προσπαθοῦσε νά κάνει καθαρή προσευχή καί δέν μποροῦσε καί σκέφτηκε νά κάνει μετάνοιες. «Ἀλλά βλέπει μιά γιγαντιαία μορφή δαίμονα, πού στεκόταν μπρός στήν εἰκόνα καί περίμενε νά δεχτεῖ τήν προσκύνηση». Καταλαβαίνετε… πῆγε νά κάνει μετάνοια στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί ἦταν μπροστά στήν εἰκόνα ὁ διάβολος. Θά ἔκανε δηλαδή μετάνοια στόν διάβολο.
«Τό κελλί ἦταν γεμάτο δαίμονες. Ὁ Σιλουανός κάθισε πάλι στό σκαμνί καί, ἀφοῦ ἔσκυψε τό κεφάλι, λέγει μέ θλιμμένη καρδιά τήν προσευχή:
«Κύριε, βλέπεις πώς θέλω νά προσευχηθῶ μέ καθαρό νοῦ, μά οἱ δαίμονες δέν μ’ ἀφήνουν. Δίδαξέ με τί πρέπει νά κάνω γιά νά μή μέ ἐνοχλοῦν;». Βλέπετε; Ὅταν ἀπογοητεύεται τελείως, στρέφεται πρός τόν Θεό. Καί τότε εἶναι ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ…
«Καί ἀκούει στήν ψυχή του τήν ἀπάντηση:
«Οἱ ὑπερήφανοι πάντα ὑποφέρουν ἔτσι ἀπό τούς δαίμονες».
Τοῦ λέει ὁ Κύριος ἀμέσως τήν αἰτία, γιατί ὑποφέρει ἀπό τούς δαίμονες. Ἔχει ὑπερηφάνεια.
«Κύριε», λέει ὁ Σιλουανός, «δίδαξέ με τί πρέπει νά κάνω γιά νά ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου;».
Καί νέα ἀπάντηση ἀπό τόν Θεό στήν καρδιά:
«Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη, καί μήν ἀπελπίζεσαι». Αὐτή ἡ περίφημη φράση, πού εἶναι ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ θά λέγαμε.
«Ἡ σύντομη αὐτή συνομιλία κατά τήν προσευχή μέ τόν Θεό ὑπῆρξε μιά νέα, σπουδαιότατη στιγμή στή ζωή τοῦ Σιλουανοῦ.
Μέσο ἀσυνήθιστο, ἀκατάληπτο, φαινομενικά σκληρό, ἀλλά ἐκεῖνος τό δέχεται μέ χαρά καί εὐγνωμοσύνη. Ἡ καρδιά του αἰσθάνθηκε πώς ὁ Κύριος εἶναι ἀπέναντί του σπλαχνικός καί πώς τόν χειραγωγεῖ ὁ Ἴδιος. Νά κρατά τόν ἑαυτό του στόν ἅδη δέν ἦταν κάτι καινούριο γιά τόν Σιλουανό. Πρίν ἀπό τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου εἶχε μείνει ἐκεῖ. Τό καινούριο στήν θεία ὑπόδειξη ἦταν τό «καί μήν ἀπελπίζεσαι». Προηγουμένως ἔφθασε ὡς τοῦ σημείου τῆς ἀπελπισίας. Τώρα ξανά, μετά πολλά ἔτη σκληροῦ ἀγῶνα, συχνῶν ἐγκαταλείψεων, ἐβίωσε ὧρες, ἄν ὄχι ἀπελπισία, ὅμως παραπλησίων παθημάτων. Ἡ ἀνάμνηση τοῦ Κυρίου πού τοῦ ἐμφανίστηκε τόν ἐφύλαγε ἀπό τήν ἐσχάτη ἀπόγνωση. Πράγματι, ζοῦσε πάλι τήν ἀπελπισία ἀλλά διαφορετική ἀπό τήν πρώτη. Ὅλα αὐτά τά χρόνια, παρά τούς μόχθους του δέν πέτυχε τό ποθούμενο, καί ἔτσι ἔχασε τήν ἐλπίδα πώς θά τό ξαναπετύχαινε ποτέ.
Ὅταν, μετά ἐπίπονο ἀγῶνα γιά προσευχή, σηκώθηκε ἀπό τό σκαμνί, γιά νά κάνει μετάνοιες στόν Θεό καί εἶδε μπροστά του ἕναν δαίμονα νά περιμένει νά τόν λατρεύσει, τότε πόνεσε δυνατά ἡ ψυχή του. Καί νά, πού ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ ἔδειξε τόν τρόπο πρός τήν καθαρή προσευχή.
Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα νά παραστήσουμε μέ λόγια ἕνα βαθιά πνευματικό γεγονός εἶναι ἀνεπαρκής. Ἐπειδή ὅμως δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα καλύτερο, καταφεύγουμε σ’ αὐτό πού μᾶς εἶναι προσιτό.
Σέ τί ὅμως συνίσταται ἡ οὐσία τῆς ὑποδείξεως τοῦ Θεοῦ πρός τόν πατέρα Σιλουανό;». Τί ἐννοοῦσε ὁ Θεός ὅταν τοῦ εἶπε «κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι»;
«Στό ὄτι ἀποκαλύφθηκε ἀπό τώρα στήν ψυχή του ὄχι ἀφηρημένα ἤ διανοητικά ἀλλά ὑπαρξιακά», ὄχι ἐγκεφαλικά δηλαδή, ἀλλά τό βίωσε, «πώς ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν καί ὁ σπόρος τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ὑπερηφάνια. Τώρα ὁ πατέρας Σιλουανός ἤξερε ὅτι ἡ ἀνείπωτα γλυκιά ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, πού τοῦ δόθηκε νά βιώσει τήν ὥρα τῆς Θεοφανείας εἶναι ἀναφαίρετο προσόν τῆς Θείας ἀγάπης». Γιατί ὅταν εἶδε τόν Θεό, εἶχε αὐτή τήν Θεοπτία, βίωσε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά βίωσε καί τήν ταπείνωση τοῦ Θεοῦ.
«Γι’ αὐτό ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό πρέπει νά ἐνδυθεῖ τήν ταπείνωση. Κατάλαβε ἀληθινά ἀπό τώρα πώς ὅλη ἡ ἄσκηση πρέπει νά κατευθύνεται στήν ἀπόκτηση τῆς ταπεινώσεως». Ἡ ἄσκηση δέν γίνεται γιά νά κατακτήσουμε τόν Θεό ἤ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ, νά κάνουμε μιά συναλλαγή μέ τόν Θεό ‘δίνω ἄσκηση, μοῦ δίνεις δῶρα’, ἀλλά ἡ ἄσκηση γίνεται γιά νά ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Νά ταπεινωθεῖ τό σῶμα κατ’ ἀρχάς καί ἡ ψυχή βεβαίως καί ὅταν ταπεινωθεῖ, τότε ἔρχεται ὁ Θεός, τότε ἔρχεται ἡ Θεία χάρις.
«Τώρα ἡ ψυχή τοῦ Σιλουανοῦ πανηγυρίζει μέ ἰδιαίτερο τρόπο, ἄγνωστο γιά τόν κόσμο. Τοῦ δόθηκε νά γνωρίσει μέ ἄμεση πείρα τό μέγα μυστήριο τῆς Ὑπάρξεως. Ὦ, πόσο σπλαχνικός ἀποδεικνύεται ὁ Κύριος πού ἀποκαλύπτει τά θεῖα μυστήρια στόν ταπεινό δοῦλο Του καί τοῦ διδάσκει τόν δρόμο τῆς αἰώνιας ζωῆς! Ἀπό τώρα ὁ Σιλουανός μέ ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του θά βαδίζει τόν δρόμο, πού τοῦ ὑπέδειξε ὁ Θεός».
Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου