ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Μοναστικοί ἀγῶνες 2, Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, π. Σωφρονίου 5ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





Συνεχίζουμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τόν Ἅγιο Σιλουανό καί εἴμαστε στό κεφάλαιο πού ἀναφέρεται στήν ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ πού εἶχε ὁ Ἅγιος, ὁ Ὁποῖος τόν καθοδήγησε μέ τά λόγια «κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι» καί κατάλαβε ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὅτι ἡ αἰτία πού εἶχε χάσει τήν Χάρη ἦταν ἡ ὑπερηφάνεια.
Συνεχίζει ὁ π. Σωφρόνιος: «Νέο στάδιο ἄρχισε στήν πνευματική ζωή τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ. Ἡ πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ἐνώπιόν του ἤτανε γεμάτη ἀπό ἀπερίγραπτο φῶς. Ξεχύθηκε πάνω του πλοῦτος ἀπό αἰσθήματα: πλῆθος ἀγάπης, ἡ χαρά τῆς ἀναστάσεως, τό ἀληθινό καί ἑδραῖο συναίσθημα πώς διάβηκε «ἐκ θανάτου πρός ζωήν» (Ἰω. 5,24)». Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη ἐμπειρία. Ἀλλά τήν ἔχασε τήν Χάρη καί ρωτάει: «Γιατί κρύφτηκε ἐκεῖνο τό φῶς; Γιατί τό χάρισμα δέν ἦταν ἀμετάκλητο, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Κυρίου: «καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν»; (Ἰω. 16,22)», πού λέει στό δέκατο ἕκτο κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου. «Ἀφοῦ ὁ Χριστός λέει ὅτι κανένας δέν παίρνει τήν χαρά σας, γιατί ἐγώ ἔχασα τήν χαρά μου;», ἀναρωτιότανε ὁ μετέπειτα Ἅγιος Σιλουανός. «Ἦταν ἄραγε τό δῶρο ἀτελές, ἤ ἡ ψυχή ἀνίκανη νά τό βαστάσει;». Προφανῶς τό δεύτερο…
Τώρα, μέ τήν δεύτερη ἐμπειρία, πού, θά θυμάστε, εἶχε προσπαθήσει νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί εἶδε μπροστά της ἕναν δαίμονα, ὁ ὁποῖος περίμενε τήν προσκύνηση… καί συνομιλώντας μέ τόν Κύριο, τοῦ εἶπε ὅτι αὐτό τό παθαίνει αὐτός πού ἔχει ὑπερηφάνεια. Τώρα, λοιπόν, κατάλαβε ὅτι αἰτία τῆς ἀπώλειας τῆς Χάρης δέν ἦταν ὁ Θεός οὔτε ἠ ἀτέλεια τοῦ δώρου ἀλλά ὁ ἴδιος, ἡ ὑπερηφάνειά του, ὅτι «ἡ ψυχή δέν κατεῖχε τήν σωστή γνώση καί οὔτε εἶχε τίς ἀπαιτούμενες δυνάμεις γιά νά τήν διαφυλάξει». Πῆρε ἀπό τήν ἀρχή τῆς μοναχικῆς του πορείας μία πολύ μεγάλη δόση Θείας Χάρης, ἀλλά ἡ ψυχή του δέν γνώριζε πῶς θά φυλάξει αὐτή τήν Χάρη. Γιατί τό ζητούμενο δέν εἶναι νά πάρει κανείς τήν Χάρη, ἀλλά καί νά τήν βαστάξει καί νά τήν φυλάξει.
Τώρα, ἡ δεύτερη ἐμπειρία, αὐτή ἡ φανέρωση τοῦ δαίμονος, ἔγινε βεβαίως κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὥστε ὁ Σιλουανός νά ταπεινωθεῖ, νά ζητήσει τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί νά μάθει τό μάθημα τῆς ταπείνωσεως. «Τώρα, λοιπόν, δόθηκε στόν Σιλουανό τό «φῶς τῆς γνώσεως» καί τό «συνιέναι τάς Γραφάς».
Βλέπουμε πῶς ὁ διάβολος, ἐνῶ μᾶς πολεμάει, ἐνῶ μᾶς μισεῖ, χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν Θεό γιά τήν σωτηρία μας. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀξιοποιήσει τούς πειρασμούς σωστά καί ταπεινωθεῖ καί ζητήσει τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τότε μαθαίνει πράγματι τό μεγάλο αὐτό μάθημα τῆς ταπεινώσεως. Οἱ δαίμονες δηλαδή, ἐνῶ πᾶνε νά μᾶς κάνουν κακό, τελικά μᾶς κάνουν καλό.
«Ἀνοίχτηκε στά πνευματικά μάτια -τοῦ Σιλουανοῦ- καθαρά ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας καί τοῦ ἀπεκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια ἀπό τούς Βίους τῶν Ἁγίων καί τά ἔργα τῶν Πατέρων. Εἰσχώρησε πνευματικά στό μυστήριο τοῦ ἀγώνα τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, πού μετά τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου σ’ αὐτόν στόν ναό κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, αἰσθανόμενος τήν ἀπώλεια τῆς χάρης καί τήν θεία ἐγκατάλειψη, στεκόταν χίλια μερόνυχτα σέ μιά πέτρα στήν ἔρημο ἱκετεύοντας: «Ὁ Θεός ἱλάσθητι μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Βέβαια, ἐδῶ πρέπει νά κάνουμε μιά διευκρίνηση, ὅτι ὁ Θεός δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ἀπό μόνος Του. Ὁ Θεός ποτέ δέν μᾶς ἐγκαταλείπει, τό λέει στήν Ἁγία Γραφή «οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ᾿ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. 13,5). Δέν θά σέ ἀφήσω οὔτε θά σέ ἐγκαταλείψω ποτέ. Ἀλλά τί συμβαίνει; Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑπερηφανεύεται, τότε στήνει ἕνα τεῖχος πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό καί βιώνει αὐτή τήν ἀπομόνωση, στήν ὁποία ὁ ἴδιος ἔχει βάλει τόν ἑαυτό του, ὡς ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά στήν πραγματικότητα ὁ ἴδιος ἔχει ἀπομονωθεῖ καί ἔχει φύγει ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός, ὁ ἥλιος, πού εἶναι πανταχοῦ παρών, ὑπάρχει… καί ἐκεῖ ὑπάρχει… καί δίπλα του εἶναι, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἔχει περιχαρακωθεῖ μέ τό τεῖχος τῆς ὑπερηφάνειας, τοῦ ἐγωισμοῦ, δέν ἐπιτρέπει στόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης νά τόν φωτίσει καί νά τόν ἀναζωογονήσει. Γι’ αὐτό κι ὅταν ἀκοῦτε τόν ὅρο «θεοεγκατάλειψη», μέ αὐτή τήν ἔννοια νά τόν ἐκλαμβάνετε. Ὄχι ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἐγκαταλείψει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὅτι ὁ ἄνθρωπος, λόγω ὑπερηφανείας, ἔχει χτίσει τεῖχος πού τόν ἀπομονώνει ἀπό τή Θεία βοήθεια καί τή Θεία Χάρη.
Κάτι ἀνάλογο ἔγινε καί στόν Ἅγιο Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ καί βιώνοντας αὐτή τήν ἀπενεργοποίηση τῆς Χάρης στάθηκε χίλιες μέρες καί χίλιες νύχτες προσευχόμενος πάνω σέ μία πέτρα. Ἔτσι κατάλαβε ἀπό τήν δική του ἐμπειρία πλέον, ἀπό τό δικό του πάθημα, ὁ Σιλουανός, αὐτό πού συνέβη καί στόν Ἅγιο Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ. «Τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινή ἔννοια καί δύναμη τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἀββᾶ Ποιμένος τοῦ Μεγάλου». Σπουδαῖος ἀσκητής μέ πολλά ἀποφθέγματα στό Γεροντικό. Ὁ ὁποῖος ἀββᾶς Ποιμήν τί εἶπε στούς μαθητές του; «Πιστεύσατε τέκνα! Εἰς τόν τόπον ὅπου βάλλεται -ὅπου τοποθετεῖται- ὁ σατανᾶς, ἐκεῖ βάλλομαι», ἐκεῖ θά τοποθετηθῶ καί ἐγώ. Γιατί τό εἶπε αὐτό; Εἶναι κάτι ἀνάλογο μ’ αὐτό πού ἄκουσε ὁ Ἅγιος Σιλουανός ἀπό τόν Θεό «κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη», ἐκεῖ πού θά πάει ὁ διάβολος δηλαδή, «καί μήν ἀπελπίζεσαι». Ἔτσι καί ὁ ἀββᾶς Ποιμήν εἶχε μία ἀνάλογη ἐμπειρία, ὅτι καί ἐγώ γιά ἐκεῖ εἶμαι, εἶμαι γιά τήν κόλαση. Βίωνε δηλαδή, ζοῦσε σάν κολασμένος, ἤδη ἀπό αὐτήν τή ζωή, ἀκριβῶς γιατί εἶχε μάθει τό μάθημα αὐτό τῆς ταπείνωσης, τό ὁποῖο δίδαξε ὁ Θεός καί στόν Ἅγιο Σιλουανό. Βλέπετε; Ἡ ἴδια διδασκαλία. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν τόν 4ο-5ο αἰῶνα, ὁ Ἅγιος Σιλουανός τόν 20ο αἰῶνα καί ἔχουμε τήν ἴδια διδασκαλία, γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα λέει πάντοτε τά ἴδια.
Γι’ αὐτό καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι διαχρονική. Δέν ἀλλάζει μέ τόν καιρό οὔτε ἀλλάζει μέ τίς ἐποχές. Ἐπειδή ἄλλαξαν οἱ ἄνθρωποι σήμερα καί ἔγιναν π.χ. ἀνήθικοι καί ἀνεκτικοί στήν πορνεία, στή μοιχεία καί στίς διαστροφές, αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἀλλάξει τούς νόμους της καί νά πεῖ, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἄλλαξαν, θά ἀλλάξω κι ἐγώ τούς νόμους μου, περί γάμων, περί ἐπιτιμίων καί θά διαγράψω καί ἀπό τά βιβλία τῶν Πατέρων τίς ἀναφορές σέ ἠθικά ἁμαρτήματα καί σέ κάθε εἴδους διαστροφή… Τό λέω, γιατί αὐτό σχεδιάζεται νά γίνει. Ἀλλά, ἄν γίνει, αὐτοί πού θά τό κάνουν, θά εἶναι ἁπλούστατα ἐκτός Ἐκκλησίας καί βλάσφημοι. Δέν ἐπιτρέπεται νά ἀλλάζει ἡ Ἐκκλησία, γιατί δέν ἀλλάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὠς ὁδηγό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό Ἅγιο Πνεῦμα διαχρονικά διδάσκει πάντοτε τά ἴδια πράγματα. Αὐτό πού ἤτανε ἁμαρτία τόν 4ο αἰῶνα, αὐτό πού ἤτανε ἁμαρτία πρίν 50 χρόνια, αὐτό εἶναι ἁμαρτία καί σήμερα.
Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι σωστό αὐτό πού λένε κάποιοι ὅτι αὐτός εἶναι αὐστηρός πνευματικός, γιατί δέν ἀνέχεται -ἄς ποῦμε- τήν ἀνηθικότητα καί δέν ἐπιτρέπει στά παιδιά πού πέφτουν στήν ἀνηθικότητα νά κοινωνοῦν. Ὄχι, αὐτός εἶναι ὁ σωστός γιατρός καί λέει αὐτά πού λέει διαχρονικά καί πάντοτε ἔλεγε ἠ Ἐκκλησία. Ἄν διαβάσετε τούς κανόνες γιά τά ἠθικῆς φύσεως ἁμαρτήματα, θά δεῖτε ὅτι λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, πώς, ὅταν κάποιος πέφτει σέ πορνεία πρέπει νά κάνει ἑφτά χρόνια νά κοινωνήσει καί ὅταν πέφτει σέ μοιχεία πρέπει νά κάνει δεκατέσσερα χρόνια νά κοινωνήσει. Αὐτό μᾶς δείχνει τήν σοβαρότητα τοῦ ἁμαρτήματος. Ἕνας, λοιπόν, πνευματικός πού ἐμφανίζεται ἐλαστικός καί λέει ‘δέν πειράζει νά κοινωνήσει τό παιδί, ἀφοῦ ἔτσι γίνεται σήμερα καί ὅλοι ἔτσι κάνουν’, αὐτός ἁπλούστατα σκοτώνει πνευματικά τό παιδί. Δέν τό θεραπεύει, γιατί λέει ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού λέει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὄχι ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα θέλει νά στερεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους τήν Θεία Κοινωνία καί τήν γενικότερη χαρά νά κοινωνεῖ κανείς μέ τόν Θεό, ἀλλά διότι χρειάζεται νά καταλάβει ὁ ἄνθρωπος τήν σοβαρότητα γιά νά μετανοήσει. Γι’ αὐτό τόν λόγο δίνονται τά ἐπιτίμια, γιά νά καταλάβει ὁ ἄνθρωπος πόσο σοβαρά βλάπτει τόν ἑαυτό του καί νά μήν τό ξανακάνει. Ἐνῶ ἕνας, πού πολύ εὔκολα θά κοινωνήσει, πολύ εὔκολα θά τό ξανακάνει τό ἁμάρτημα. Δηλαδή θά αὐτοκτονήσει πνευματικά πολλές φορές. Καί ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι σαφέστατη: «πόρνοι, μοιχοί, ἀρσενοκοῖται… βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄Κορ. 6,9-11). Ἐφόσον εἶναι καί παραμένουν ἀμετανόητοι, δέν μποροῦν νά κληρονομήσουν τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πού σημαίνει ὅτι εἶναι ἐκτός σωτηρίας, ἐκτός Ἐκκλησίας.
«Κατάλαβε ἐπίσης», ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «πώς ὁ Μέγας Ἀντώνιος στάλθηκε ἀπό τόν Θεό στόν τσαγκάρη τῆς Ἀλεξάνδρειας, γιά νά μάθει τό πνευματικό ἔργο ἐκείνου». Καί οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀδυναμίες, εἶχαν καί λάθη καί σφάλματα καί λογισμούς ὄχι καλούς μερικές φορές. Καί ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος πειράχτηκε κάποτε ἀπό τόν λογισμό τῆς ὑπερηφάνειας καί σκέφτηκε: Ὑπάρχει ἄραγε κάποιος πού ἔχει φτάσει στά δικά μου μέτρα; Ὑπερηφάνεια! Θεώρησε, δηλαδή, τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό ὅλους στή γῆ καί ὁ Θεός γιά νά τόν ταπεινώσει, νά τόν παιδαγωγήσει, τοῦ λέει: «Ὑπάρχει κάποιος πού εἶναι ἀνώτερός σου, εἶναι ἕνας τσαγκάρης καί ζεῖ μέσα στήν πόλη, νά πᾶς νά τόν βρεῖς». Εἶναι ἡ ἴδια πτώση, ὅπως τοῦ Σιλουανοῦ. Εἶναι πτώση στήν ὑπερηφάνεια. Καί ὁ Θεός βέβαια δέν ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο ἀλλά τοῦ δείχνει τρόπο σωτηρίας. Ταπεινώθηκε ὁ Ἅγιος καί βρῆκε αὐτόν τόν τσαγκάρη καί κατάλαβε ὅτι εἶχε πέσει καί χρειαζόταν νά σηκωθεῖ. Καί τί ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ τσαγκάρη; «Ὅλοι σώζονται, μόνο ἐγώ χάνομαι». Μ’ αὐτό τόν λογισμό πού εἶχε ὁ τσαγκάρης ἦταν ἀνώτερος ἀπό τόν Ἅγιο Ἀντώνιο!
«Διδάχθηκε δηλαδή κι αὐτός νά σκέφτεται ἐνδομύχως «Ὅλοι σώζονται, μόνο ἐγώ χάνομαι», νά θεωρεῖ δηλαδή ὅλους ἀνωτέρους του». Εἶναι αὐτό πού λέει ἕνας ἄλλος ἀββᾶς στό Γεροντικό, ὅτι ἄν δέν πεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι εἶμαι ὁ χειρότερος ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, δέν σώζεται. Εἶναι φοβερός λόγος! Τό λέμε μερικές φορές οἱ πνευματικοί καί ἀκοῦμε ἀπαντήσεις τοῦ τύπου «ἐντάξει πάτερ, τό καταλαβαίνω ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός ἀλλά ὄχι καί χειρότερος ἀπό ὅλους»! Αὐτό δέν τό καταλαβαίνει! Δέν μπορεῖ νά τό καταλάβει, γιατί ὑπάρχει ἐγωισμός καί ὑπερηφάνεια. Ἀλλά ἡ ἀλήθεια αὐτή εἶναι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε καί τό γιατί πρέπει νά πιστεύουμε ἔτσι. Γιατί, ἀκριβῶς, δέν ξέρουμε τί εἶναι ὁ ἄλλος καί τό ἀσφαλέστερο εἶναι νά ποῦμε ὄτι ὁ ἄλλος εἶναι καλύτερός μας καί πρέπει νά τό πιστεύουμε. Διότι ὁ Θεός δέν μᾶς κρίνει μέ βάση τά θεωρούμενα καλά ἔργα. Μπορεῖ νά ἔχουμε κάνει πολλά καλά ἔργα, ἀλλά μᾶς κρίνει μέ βάση αὐτά πού θά μπορούσαμε νά κάνουμε καί δέν κάναμε. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἐγώ θά μποροῦσα νά κάνω δέκα θαύματα τήν ἡμέρα καί κάνω μόνο ἕνα. Ὁ ἄλλλος εἶναι ἐγκληματίας καί θά μποροῦσε νά κάνει 100 φόνους καί κάνει 98. Εἶναι καλύτερος ἀπό μένα, γιατί συγκρατεῖται. Εἶναι ἄλλα τά μέτρα καί τά κριτήρια τοῦ Θεοῦ καί ἄλλα τά δικά μας, τά ἀνθρώπινα.
«Μπόρεσε νά καταλάβει ἀκόμα ὁ Ἅγιος Σιλουανός πῶς ὁ ἀββᾶς Σισώης ὁ Μέγας εἶχε ὑπόψιν του ἀκριβῶς αὐτή τήν σκέψη, δηλαδή «Ὅλοι σώζονται, μόνο ἐγώ χάνομαι», ὅταν ἔλεγε στούς ἀδελφούς: «Ποιός μπορεῖ νά βαστάσει τόν λογισμό τοῦ Ἀντωνίου; Ξέρω ὅμως κάποιον, πού μέ δυσκολία μπορεῖ νά βαστάσει τόν λογισμό του» (κι αὐτός ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Σισώης)». Ποιός ἦταν ὁ λογισμός τοῦ Ἀντωνίου; Ἀφοῦ ἔπεσε λόγω ὑπερηφάνειας, ἔμαθε νά λέει ὅτι «Ὅλοι σώζονται, μόνο ἐγώ χάνομαι» καί αὐτόν τόν λογισμό μέ δυσκολία λέει τόν βάσταζε ὁ ἀββᾶς Σισώης, πού ἦταν κι αὐτός πολύ μεγάλος Γέροντας. Βλέπετε πῶς οἱ Ἅγιοι καταλαβαίνουν τούς ἁγίους, γιατί ἔχουν ἀνάλογες ἐμπειρίες.
«Ἀντελήφθηκε ἀκόμα ὁ Σιλουανός τί ἐννοοοῦσε ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, σάν ἔλεγε: «Μπές μέσα στήν καρδιά σου καί κάνε πόλεμο μέ τόν σατανᾶ», γιατί ἡ ρίζα τῶν πτώσεών μας, ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία εἶναι σκοτισμένη ἀπό τά πάθη, τά ὁποῖα κρύβουν πίσω τους δαίμονες κι ἄν θέλει ὁ ἄνθρωπος νά κοινωνήσει μέ τόν Χριστό θά πρέπει νά καθαρίσει τήν καρδιά του, γιατί ἐκεῖ μέσα στήν καρδιά βρίσκεται καί ὁ Χριστός. Μέ τό Ἅγιο Χρίσμα παίρνουμε τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά μας. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν πολεμήσει καί δέν διώξει τούς δαίμονες πού εἶναι μέσα στήν καρδιά, δέν μπορεῖ νά βρεῖ τόν Χριστό, νά ἐνεργοποιήσει αὐτή τήν ἄκτιστη θεία Χάρη. Θά πρέπει λοιπόν νά κρούσει μέ τήν προσευχή, ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς πού γιορτάζουμε αὔριο, καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἔτσι ὥστε νά τοῦ ἀνοιχτεῖ αὐτό τό ἐκκλησάκι, νομίζω σᾶς ἔλεγα κι ἄλλη φορά, πού ἔχουμε μέσα μας καί τό ἔχουν δεῖ πολλοί ἄνθρωποι. Μέσα στήν καρδιά μας, οἱ ἄνθρωποι πού εἴμαστε βαφτισμένοι, ἔχουμε ἕνα ἐκκλησάκι, ἕχουμε ἕναν ναό, μέσα στόν ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Χριστός ὡς Μέγας Ἀρχιερεύς. Θά πρέπει νά κρούσουμε τήν θύρα νά μᾶς ἀνοίξει, νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτό τό ἐκκλησάκι, νά βροῦμε τόν Χριστό καί νά τελέσουμε μαζί Του τήν Θεία Λειτουργία, τήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή πού εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη νοερά λειτουργία, ἡ ἀδιάλειπτη νοερά λατρεία μέσα στήν καρδιά μας.
Ἔτσι, λοιπόν, κατάλαβε ὁ Σιλουανός, τί ἐννοοοῦσε ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, σάν ἔλεγε: «Μπές μέσα στήν καρδιά σου καί κάνε πόλεμο μέ τόν σατανᾶ». Ὁ κατεξοχήν πόλεμος πού μᾶς κάνει ὁ σατανᾶς εἶναι διά τῆς ὑπερηφάνειας, διά τοῦ ἐγωισμοῦ καί, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, τό ὑπόβαθρο ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία μας κι ἐκεῖ πρέπει νά στοχεύσει ὁ χριστιανός καί ὄχι στά ἄλλα, τά ὁποῖα εἶναι ἐπιμέρους. Δέν λέω νά ἀδιαφορεῖ γιά τά ἄλλα, ἀλλά ὁ κύριος στόχος θά πρέπει νά εἶναι νά καθαριστεῖ ἡ καρδιά ἀπό τόν ἐγωισμό, ἀπό τήν ὑπερηφάνεια.
«Γνώρισε ὁ Σιλουανός σέ τί συνίσταται ἡ ἄσκηση τῶν διά Χριστόν σαλῶν». Τί προσπαθοῦσαν νά κάνουν οἱ διά Χριστόν σαλοί μέ τίς σαλότητες πού ἔκαναν; Νά ἐξοβελίσουν τό κυρίαρχο πάθος, πού εἶναι ὁ ἐγωισμός καί ἡ ὑπερηφάνεια διά τῆς σαλότητας. Κάνοντας δηλαδή πράγματα τά ὁποῖα θά τούς ἐξέθεταν μπροστά στούς ἀνθρώπους, οἱ ἄνθρωποι θά τούς χλεύαζαν, θά τούς θεωροῦσαν δαιμονισμένους, θά τούς θεωροῦσαν τρελούς, θά τούς θεωροῦσαν μέ σαλεμένο τό λογικό, πολεμοῦσαν αὐτό τό πάθος πού λέγεται ἀνθρωπαρέσκεια, κενοδοξία, τό ὁποῖο εἴπαμε, πηγάζει ἀπό τόν ἐγωισμό, τήν ὑπερηφάνεια. Ὁπότε, κατ’ ἐπέκταση, πολεμοῦσαν καί τήν ὑπερηφάνεια, πού εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν.
«Γνώρισε», λοιπόν, «ὁ Σιλουανός σέ τί συνίσταται ἡ ἄσκηση τῶν διά Χριστόν σαλῶν καί γενικῶς ἡ ὁδός τήν ὁποία ἀκολούθησαν οἱ μεγάλοι τῆς ἐρήμου Πατέρες: Βησσαρίων, Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης, Ἀρσένιος ὁ Μέγας καί οἱ ἄλλοι. Γνώρισε ἀπό πείρα πλέον πώς πεδίο τῶν πνευματικῶν συγκρούσεων μέ τό κακό, μέ τό κοσμικό κακό, εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου». Ἐκεῖ γίνεται ἡ μάχη, γιατί ὅλα ξεκινοῦν ἀπό κεῖ. Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τήν καρδιά, ἡ ὁποία ἔχει μέσα της καί παράγει λογισμούς, ὅπως μᾶς τό εἶπε ὁ Κύριος: «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, μοιχεῖες, πορνεῖες, ἀκαθαρσίες, ζήλιες, φθόνοι…» (Ματθ. 15,19).
«Εἶδε μέ τά πνευματικά του μάτια», ὁ Σιλουανός, «ὅτι ἡ ὑπερηφάνια εἶναι ἡ καταστρεπτική δύναμη, πού ἀπομακρύνει τούς ἀνθρώπους ἀπό τόν Θεό καί εἰσάγει στόν κόσμο ἀναρίθμητες δυστυχίες καί θλίψεις. Ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος, τό διαβολικό σπέρμα τοῦ θανάτου, πού βυθίζει ὅλη τή γῆ στό σκότος τῆς ἀπογνώσεως». Ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας δέν γίνονται ὅλοι οἱ πόλεμοι; Ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας δέν γίνονται ὅλοι οἱ χωρισμοί καί οἱ διαχωρισμοί μέσα στίς οἰκογένειες καί μέσα στίς πόλεις καί στίς κοινωνίες καί στά κράτη καί σ’ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα;
«Ἀπό τώρα ὁ Σιλουανός θά συγκεντρώσει τίς δυνάμεις του στόν ἀγῶνα γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ». Κατάλαβε, δηλαδή, ὅτι τό μυστικό δέν εἶναι νά μάθει κανείς νά ἐπαναλαμβάνει μηχανικά τό ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με’. Τό μυστικό εἶναι νά ταπεινωθεῖ, ὥστε νά κατοικήσει ὁ Χριστός μέσα του. Γιατί, ἄν δέν ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά ἔχει ἐγκάτοικο τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς παρέδωσαν ὡς πρῶτο μάθημα ὄχι τήν προσευχή ἀλλά τήν ὑπακοή, ἡ ὁποία ἐξοβελίζει τήν οἴηση, τήν ρίζα τῆς ὑπερηφάνειας. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν κάνει ὑπακοή, δέν ταπεινωθεῖ δηλαδή, δέν μπορεῖ νά κάνει προσευχή σωστή. Ἡ προσευχή του μετά, χωρίς ὑπακοή, χωρίς ταπείνωση, θά λειτουργήσει ὡς μία ὁδός πλάνης καί θά τόν ρίξει σέ δαιμονικές πλάνες καί ἀπάτες. Γιατί, ὅπως ὁ Χριστός μας ἔχει τό Φῶς Του τό ἄκτιστο, ἔχει καί ὁ διάβολος τά δικά του φῶτα, τά κτιστά βέβαια φῶτα, τά ὁποῖα ὅμως παραπλανοῦν τούς ἐγωιστές καί τούς ὑπερήφανους.
«Μεταφερόμενος πνευματικά στήν ζωή τῶν Πατέρων» ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «εἶδε πώς ἡ γνώση τῆς ὁδοῦ πρός τήν θεία αἰωνιότητα διαφυλάσσεται πάντοτε στήν Ἐκκλησία καί ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παραδίδεται ἀπό γενεά σέ γενεά». Αὐτή ἡ πνευματική γνώση εἶναι ἀποθησαυρισμένη μέσα στήν Ἐκκλησία καί τήν βλέπουμε διαχρονικά, ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ μας καί πρίν ἀπό τόν Χριστό μας ἀπό τούς ἁγίους Προφῆτες, τούς θεωμένους ἀνθρώπους τούς πρό Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι μᾶς παραδίδουν αὐτή τήν θεραπευτική γνώση καί αὐτή τήν θεραπευτική μέθοδο, πού λέγεται κάθαρση, φωτισμός καί θέωση. Οἱ ἅγιοι Προφῆτες, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν τό ἴδιο, θά λέγαμε, κοινό «μυστικό», τήν μέθοδο αὐτή, τήν παρακαταθήκη αὐτή, πού λέγεται κάθαρση, φωτισμός καί θέωση. Ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ διαμέσου αὐτῆς τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία παραδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἐξ οὗ καί Ὀρθόδοξη Παράδοση. Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γίνεται διά τῆς θεραπείας, ταπεινώσεως καί συνεργασίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Θεία Χάρη. Αὐτό τό μάθημα ἔμαθε καί ὁ Ἅγιος Σιλουανός ἐμπειρικά.
«Πολλοί, ὅταν ἔρθουν σέ ἐπαφή μέ μοναχούς, δέν βλέπουν σ’ αὐτούς τίποτε τό ἀξιόλογο καί ἀπομακρύνονται ἀνικανοποίητοι καί μάλιστα «ἀπογοητευμένοι». Κι αὐτό συμβαίνει γιατί πλησιάζουν τόν μοναχό μέ λανθασμένο κριτήριο καί ἀκατάλληλες ἀναζητήσεις». Ἄλλα ζητᾶνε καί ἄλλα ὑπάρχουν. Ἐπειδή, ἀκριβῶς, ἔχουν οἱ ἴδιοι ὑπερηφάνεια δέν καταλαβαίνουν τί θά πεῖ μοναχός καί τί εἶναι ἡ ὁδός ἡ μοναχική.
«Ὁ μοναχός δείχνει καρτερία σ’ ἕναν ἀτέλειωτο ἀγῶνα, πού εἶναι μάλιστα πολλές φορές ἐξαιρετικά ἔντονος». Ποιός εἶναι ὁ ἀγώνας; Εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη, γιά τόν φόνο τοῦ ὄφεως, πού ὑπάρχει καί ἐμφωλεύει μέσα στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν φόνο τοῦ ἐγωισμοῦ δηλαδή καί τῆς ὑπερηφάνειας.
«Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός δέν εἶναι φακίρης». Πολλοί πλησιάζουν ἔτσι τούς μοναχούς καί τούς πνευματικούς, ὡς φακίρηδες, πού θά τούς ποῦνε τό μέλλον, θά τούς ποῦνε τί θά κάνουνε, ὥστε νά πετύχει ἡ ἑπόμενη κίνηση στήν ἐπιχείρησή τους... Δέν εἶναι αὐτό ὁ μοναχός. Ὁ μοναχός, ὁ πνευματικός, θά μᾶς διδάξει πῶς θά κόψουμε τά πάθη μας, ὅταν βεβαίως καί ὁ ἴδιος τό ἔχει καταφέρει.
«Δέν τόν σαγηνεύει τόν μοναχό ἡ ἐπιτυχία μιᾶς ἰδιότυπης ἀναπτύξεως τῶν ψυχικῶν δυνάμεων μέ εἰδικά μέσα ἀσκήσεων». Ὅπως κάνουν οἱ φακίρηδες, πού προσπαθοῦν νά ἀνελιχθοῦν ψυχικά καί νά ἀποκτήσουν κάποιες δυνάμεις, ὅπως λένε καί οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖες ὅμως οὐσιαστικά εἶναι δαιμονικές καί ὄχι ἀπό τόν Θεό. Ὁ μοναχός δέν ἐπιδιώκει νά αὐτοβελτιωθεῖ καί νά αὐτοπραγματωθεῖ, ὅπως λένε οἱ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, οὔτε νά αὐτοανελιχθεῖ, νά ἀνέβει μόνος του. Ἀλλά τί προσπαθεῖ; Νά ταπεινωθεῖ, ὥστε νά ἔρθει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, νά τόν βοηθήσει καί νά κάνει Ἐκεῖνο τήν κάθαρση ἀπ’ τά πάθη, τήν φώτιση καί τή θέωση, τήν ἕνωση μέ τόν Θεό. Ὁ μοναχός δέν κάνει κάτι γιά νά ἐντυπωσιάσει τούς ἄλλους, ὅπως κάνουν οἱ φακίρηδες, πού κάθονται πάνω στά καρφιά ἤ ἀνεβαίνουν στόν ἀέρα, μέ τήν βοήθεια βεβαίως ὅλα αὐτά δαιμόνων, γιά νά ἐντυπωσιάσουν τόν κόσμο. Ὁ μοναχός προσπαθεῖ νά ἑνωθεῖ ἀληθινά μέ τόν ἀληθινό Θεό καί ὄχι νά ἐντυπωσιάσει.
«Ὁ μοναχός διεξάγει ἕναν ἰσχυρό καί πεισματικό πόλεμο. Μερικοί, ὅπως ὁ Σιλουανός, διεξάγουν τιτάνιο ἀγῶνα, ἄγνωστο στόν κόσμο, γιά νά σκοτώσουν τόν ὑπερήφανο ὄφη, πού φωλιάζει στά ἄδηλα βάθη τῆς ψυχῆς, γιά νά γίνουν ἄνθρωποι, ἀληθινοί ἄνθρωποι, κατ’ εἰκόνα τοῦ τέλειου Ἀνθρώπου Χριστοῦ, δηλαδή πράοι καί ταπεινοί». Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός μας «μάθετε ἀπό Μένα ὅτι εἶμαι πρᾷός καί ταπεινός» (Ματθ. 11,29). Εἶναι τό κατεξοχήν γνώρισμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιος θέλει νά ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό, πρέπει νά Τοῦ μοιάσει. Ὅποιος θέλει νά εἶναι φίλος τοῦ Χριστοῦ, θά πρέπει νά μοιάσει στόν Χριστό, θά πρέπει νά γίνει δηλαδή κι αὐτός πράος καί ταπεινός, ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει ὅσο ἔχει μέσα του τόν ὄφη τόν ἀρχέκακο, πού τοῦ ἐμπνέει τόν ἐγωισμό καί τήν ὑπερηφάνεια.
«Ξένη καί ἀκατάληπτη γιά τόν κόσμο ἡ χριστιανική ζωή. Ὅλα παρουσιάζονται παράδοξα σ’ αὐτή, σέ μιά τάξη ἀντίθετη μέ τήν τάξη τοῦ κόσμου καί εἶναι ἀδύνατο νά τήν παραστήσουμε μέ λόγια. Ἡ μόνη ὁδός γιά νά τήν γνωρίσουμε εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ σύμφωνα τό παράδειγμά Του». Γιά τόν κόσμο καί τούς κοσμικούς ἀνθρώπους ὁ χριστιανός εἶναι ἕνα παράδοξο φαινόμενο, ἕνα ἀλλοπρόσαλλο ὄν, πού δέν κολλάει. Κι ὅμως σήμερα, βλέπετε, τείνουμε οἱ χριστιανοί νά μοιάσουμε στόν κόσμο, νά ἐκκοσμικευτοῦμε, νά «τά βροῦμε» μέ τόν κόσμο καί νά γίνουμε κι ἐμεῖς φίλοι τοῦ κόσμου. Ἀλλά ὁ Χριστός τό εἶπε ἀπερίφραστα ὅτι «ὅποιος θέλει νά γίνει φίλος τοῦ κόσμου, γίνεται ἐχθρός τοῦ Θεοῦ» (Ἰακ. 4,4). Δέν χωράει συμβιβασμός, δέν μποροῦμε νά «τά βροῦμε» μέ τόν κόσμο καί πάντα ὁ χριστιανός θά εἶναι ἕνα ὄν ξένο ὡς πρός τόν κόσμο. Καί λέγοντας κόσμο δέν ἐννοοῦμε τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά τό κοσμικό φρόνημα, τό κοσμικό πνεῦμα καί τούς ἀνθρώπους πού εἶναι ὑποταγμένοι στό κοσμικό πνεῦμα. Ὁ χριστιανός, βέβαια, κι αὐτούς τούς ἀγαπάει, τούς ἔχει μέσα στήν καρδιά του, προσεύχεται γιά αὐτούς, ἀλλά ὁπωσδήποτε δέν συμφωνεῖ μέ τή ζωή τους καί δέν συμπλέει μαζί τους στή ζωή. Δέν κάνει δηλαδή καί δέν ὑποκύπτει στά πάθη πού αὐτοί ἔχουν ὑποταχθεῖ.
Ἡ μόνη ὁδός γιά νά γνωρίσουμε τήν ἀληθινή πνευματική ζωή, τήν ἀληθινή χριστιανική ζωή, εἶναι ἡ πρᾶξις. Ὄχι ἡ θεωρία, ὄχι νά διαβάσουμε βιβλία ἤ νά ἀκούσουμε ὁμιλίες, ἀλλά νά τηρήσουμε τίς ἐντολές. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες εἶπαν, ὅτι «ἡ πρᾶξις εἶναι ἡ ἐπίβασις τῆς θεωρίας», εἶναι ὁ τρόπος γιά νά βροῦμε δηλαδή τήν θέα τοῦ Χριστοῦ, νά θεωρήσουμε τόν Χριστό, νά δοῦμε τόν Χριστό, πού σημαίνει θέωση, θεοπτία, εἶναι νά τηρήσουμε τίς ἐντολές. Νά μποῦμε, λοιπόν, στήν πράξη πού εἶναι ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τοῦ Ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦρθε στή γῆ, γιά νά πράξει καί νά ἐφαρμόσει καί ὡς ἄνθρωπος, καί τό ἐφάρμοσε σέ τέλειο βαθμό, τό θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἀκριβῶς τό ἴδιο πράγμα μᾶς δίδαξε, νά τηρεῖτε αὐτά πού σᾶς λέγω, τίς ἐντολές Μου, πού εἶναι ἐντολές τοῦ Θεοῦ Πατρός γιά νά μοιάσετε σέ Μένα, πού καί Ἐγώ ὡς ἄνθρωπος τηρῶ αὐτά πού ἔμαθα καί διδάχτηκα καί Μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας. Αὐτό δέν σημαίνει ὑποτίμηση τοῦ Χριστοῦ, γιατί αὐτά πού θέλει ὁ Πατέρας τά θέλει καί ὁ Χριστός, ἀλλά μᾶς διδάσκει ὡς ἄνθρωπος πλέον αὐτό πού πρέπει νά κάνουμε κι ἐμεῖς. Γιατί ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστός γιά μᾶς τό ἔκανε, γιά νά μᾶς δώσει πρότυπο ζωῆς. Ὅπως ὁ Ἴδιος ἔλεγε, Ἐγώ εἶμαι σάν τό παιδί πού φωνάζει συνέχεια Πατέρα καί ἀκολουθῶ κατά πάντα καί ὑποτάσσομαι κατά πάντα στόν Πατέρα, ὡς ἄνθρωπος. Τό ἴδιο κι ἐσεῖς πρέπει νά κάνετε σέ Μένα καί κατ’ ἐπέκταση καί στόν Πατέρα, γιατί «ἐγώ καί ὁ πατήρ ἕν ἐσμεν» (Ἰω. 10,30), εἴμαστε ἕνα.
«Ὁ Γέροντας Σιλουανός, μετά τήν ἀποκάλυψη πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Κύριο, πορευόταν σταθερά τήν πνευματική ὁδό. Ἀπό τότε ἡ «ἀγαπημένη ὠδή» του», τό ἀγαπημένο του τραγούδι, «ὅπως ὁ ἴδιος τήν ἔλεγε, ἦταν: «Σέ λίγο πεθαίνω καί ἡ ταλαίπωρη ψυχή μου κατεβαίνει στόν στενό ζοφερό ἅδη, καί ἐκεῖ μόνος ἐγώ θά κλαίω βασανιζόμενος στήν ἄσβεστη φλόγα: Ποῦ εἶσαι, Κύριέ μου, τό φῶς τῆς ψυχῆς μου; Γιατί μέ ἐγκατέλιπες; Δέν μπορῶ νά ζῶ χωρίς Ἐσένα». Ἕνα θρηνητικό τραγούδι, τό ὁποῖο ὅμως, προσέξτε, δέν εἶναι ἀπό κύμα ἀπογοήτευσης καί ἀπελπισίας, ἀλλά εἶναι μάθημα ταπεινώσεως πού ἔμαθε ἀπό τόν Χριστό, νά κρατάει τόν νοῦ του στόν ἅδη, πού σημαίνει ὅτι εἶναι ἄξιος νά τοποθετηθεῖ ἐκεῖ πέρα λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του, κι ἐκεῖ νά ἀναζητεῖ τόν Θεό.
«Ἔτσι ἄρχισε νά ὁδηγεῖται στήν καθαρή προσευχή». Βλέπετε; Πότε ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει καθαρή προσευχή; Ὅταν ταπεινώνεται. Δέν εἶναι δηλαδή θέμα τεχνικῆς. Πολλοί διαβάζουν τά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί μάλιστα τήν Φιλοκαλία, πού λένε ἐκεῖ οἱ Πατέρες κάποιες τεχνικές, νά πάρεις ἕνα σκαμνί χαμηλό, νά στέκεσαι ἐκεῖ μέ τίς ὧρες, νά κλίνεις τό κεφάλι σου πρός τό στῆθος σου… ὅλα αὐτά εἶναι τεχνικές, πού βοηθᾶνε βεβαίως, ἀλλά ἡ καθαρή προσευχή δέν θά ἔρθει μέ αὐτά. Θά ἔρθει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ, ὅταν κάνει ἀληθινά ὑπακοή στόν Χριστό καί στόν Πνευματικό του, γιατί ἡ ὑπακοή στόν Χριστό γίνεται διά τοῦ Πνευματικοῦ, διά τοῦ Γέροντος.
«Ἡ χάρη δέν τόν ἐγκαταλείπει πιά ὅπως πρίν». Νά ἔχετε πάντα στόν νοῦ σας, αὐτό πού εἴπαμε προηγουμένως, ὅτι δέν εἶναι ὅτι τόν ἐγκατέλειπε ἡ Χάρις ἀλλά ὁ ἴδιος ἔφευγε λόγω τῆς ὑπερηφάνειάς του. Καί ἐνῶ κάτι γευότανε μέ τήν προσευχή, δέν μποροῦσε νά τό βαστάξει, διότι ἐρχόταν μετά ὁ λογισμός τῆς ὑπερηφάνειας καί τοῦ ἀφαιροῦσε ὁ δαίμονας ὅ,τι κατάφερνε, τό λίγο πού κατάφερνε στήν προσευχή. Τώρα ὅμως, ἐπειδή ἔμαθε τό μάθημα τῆς ταπείνωσης, δέν χάνει αὐτή τήν Χάρη. Ἡ Χάρις παραμένει, γιατί ὁ ἴδιος παραμένει στήν ταπείνωση, «ἔχοντας τήν χάρη στήν καρδιά του αἰσθητῶς», γιατί ἡ Χάρις δέν ἐνεργεῖ μόνο στήν ψυχή, ἐνεργεῖ καί στό σῶμα καί στίς αἰσθήσεις. Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι Πατέρες μίλησαν γιά τήν «πάσῃ αἰσθήσει θεοπτία καί θεοκοινωνία». Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή μέ ὅλες του τίς αἰσθήσεις βιώνει τόν Θεό, θεᾶται, βλέπει, ἀκούει, ὀσφραίνεται, γεύεται, κοινωνεῖ μέ τόν Θεό, πού σημαίνει ὅτι καί τό σῶμα θεώνεται, ὄχι μόνο ἡ ψυχή καί οἱ αἰσθήσεις καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος. Καί αἰσθητῶς πλέον ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ μέ τόν Θεό καί «αἰσθάνεται τήν ζωντανή παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί μένει κατάπληκτος μπροστά στήν εὐσπλαγχνία Του. Ἡ βαθιά εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ πλημμυρίζει τήν ψυχή του καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τόν γεμίζει μέ δύναμη ἀγάπης. Δέν εἶναι βέβαια ἀδόκιμος, ὅπως πρίν, ἀλλά ὅμως ὅσο κι ἄν βγῆκε πιό σοφός ἀπό τόν μεγάλο καί βαρύ ἀγῶνα, ὅσο κι ἄν διαμορφώθηκε σέ ἔμπειρο πνευματικό μαχητή, ἐξακολουθοῦσε ἐν τούτοις νά πάσχει ἀπό τό εὐμεταβλητο καί ἀσθενές τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί συνέχιζε νά χύνει πιπρά δάκρυα ἡ καρδιά του, ὅταν μειωνόταν μέσα του ἡ χάρις». Βλέπετε πώς ἀκόμα παλεύει, γιατί δέν ἔχει φτάσει στήν πλήρη καί τέλεια καί μόνιμη ταπείνωση καί ἡ Χάρις, ὡς ἕνας εὐαίσθητος θά λέγαμε δείκτης, ἀνεβοκατεβαίνει μέσα του.
«Ἔτσι ἀκόμα καί αὐτή ἡ φλογερή ὁδός τῶν δακρύων», τῆς φύλαξης τοῦ νοῦ στόν ἅδη, «δέν ἀποδείχθηκε σύντομη. Πέρασαν ἀκόμη δεκαπέντε χρόνια μέχρις ὅτου ἀποκτήσει τήν δύναμη νά ἀποκρούει μέ ἁπλή ἐσωτερική κίνηση τοῦ νοῦ, ἀπαρατήρητη ἀπ’ ἔξω, καθετί πού προηγουμένως τόν πλήγωνε βαριά». Τί ἦταν αὐτό; Ὁ λογισμός τῆς ὑπερηφάνειας, ὁ λογισμός τῆς κενοδοξίας, ὁ λογισμός ὅτι «ἁγίασες, τά κατάφερες, ἔφτασες στό ποθούμενο»… Αὐτός εἶναι φοβερός λογισμός καί κλέβει ἀπό τόν ἄνθρωπο ὅλο τόν πνευματικό του πλοῦτο, ἄν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀποδεχτεῖ.
«Ὅσο πύκνωναν οἱ ἐπισκέψεις τῆς χάρης σέ δύναμη καί διάρκεια, αὔξανε καί ἡ εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό στήν ψυχή τοῦ Σιλουανοῦ. «Κύριε, δέν μπορῶ νά Σέ εὐχαριστήσω ὅπως πρέπει γιά τό νέο ἄρρητο ἔλεός Σου, γιατί ἀποκαλύπτεις τά μυστήριά Σου σ’ ἕναν ἀμαθή καί ἁμαρτωλό, ὅπως εἶμαι ἐγώ». Εἶναι μιά προσευχή πού κάνει ὁ Ἅγιος Σιλουανός εὐχαριστώντας τόν Θεό γιά τήν μόνιμη πλέον δωρεά τῆς Χάρης.
«Ὁ κόσμος χάνεται ἀλύσοδεμένος στήν ἀπόγνωση, ἐνῶ ἀνοίγεις σέ μένα τόν τελευταῖο καί χειρότερο ἀπό ὅλους…», βλέπετε πῶς τώρα ἔχει μάθει τό μάθημα καί κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του μπροστά στόν Θεό. Αὐτό εἶναι τό καλύτερο μέσο, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, γιά νά πολεμήσει ὁ ἄνθρωπος τήν ὑπερηφάνεια, τό νά κατηγορεῖ καί νά ἐξουθενώνει τόν ἑαυτό του στήν προσευχή του μπροστά στόν Θεό. Αὐτό κάνει ἐδῶ ὁ Ἅγιος Σιλουανός. Εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο μάθημα πού μᾶς ἔμαθε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
«Ἀνοίγεις σέ μένα τόν τελευταῖο καί χειρότερο ἀπό ὅλους τήν εἴσοδο στήν αἰώνια ζωή. Κύριε, πῶς θά μποροῦσα μόνος … Δῶσε νά Σέ γνωρίσει ὅλος ὁ κόσμος». Τώρα ἀρχίζει νά βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό του. Ἀφοῦ ἐλευθερώθηκε ἀπό τό ἐγώ του καί ἀρχίζει νά ἀγαπάει τόν Χριστό καί νά ἔχει ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τόν Χριστό, τώρα ἀρχίζει νά ἀνακαλύπτει καί ὅλο τόν κόσμο, ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Νά ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή κοινωνικότητα! Δέν εἶναι νά κάνεις συναναστροφές, νά μήν κλείνεσαι στό σπίτι, νά εἶσαι ὅπως λέει ὁ κόσμος «κοινωνικός», νά βγαίνεις ἔξω, νά ἔχεις παρέες, νά ἔχεις φίλους κ.λ.π. Ἡ ἀληθινή κοινωνικότητα εἶναι νά βρεῖς τόν Χριστό, γιατί βρίσκοντας τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά σου βρίσκεις καί ὅλο τόν κόσμο καί ἀρχίζει νά πονᾶ ὁ ἄνθρωπος τότε, ὅπως κι ἐδῶ ὁ Ἅγιος Σιλουανός, γιά ὅλο τόν κόσμο καί νά λέει «Κύριε, ἐντάξει ἐγώ εἶμαι στόν Παράδεισο, προγεύομαι τόν Παράδεισο, ἀλλά πῶς θά μπορέσω μόνος χωρίς τούς ἄλλους; Δῶσε νά Σέ γνωρίσει ὅλος ὁ κόσμος». Ἀρχίζει τώρα πλέον νά παρακαλάει ὄχι γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά ὅλο τόν κόσμο.
«Βαθμηδόν ἀρχίζει νά ἐπικρατεῖ στήν προσευχή του ἡ λύπη γιά τόν κόσμο, πού δέν γνωρίζει τόν Θεό. «Νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι σάν νά χύνεις αἷμα», ἔλεγε ὁ Γέροντας, πού διδάχθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ εὐτυχία πού δέν συγκρίνεται μέ τίποτα στόν κόσμο, συνάμα ὅμως ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι καί μαρτύριο, μεγαλύτερο ἀπό κάθε ἄλλο μαρτύριο. Νά ἀγαπᾶς μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σημαίνει νά πίνεις ἐκεῖνο τό ποτήριο, πού καί ὁ Ἴδιος ὁ Ἄνθρωπος-Ἰησοῦς Χριστός παρακάλεσε τόν Πατέρα «παρενεγκεῖν» ἀπ’ Αὐτόν». Παρακάλεσε τόν Πατέρα νά τό πάρει, γιατί ἀκριβῶς ὁ Χριστός μας ἐκεῖ, στήν Γεθσημανή, πῆρε μέσα του ὅλο τόν πόνο, ὅλη τήν πίκρα τῆς ἀποστατημένης ἀνθρωπότητας καί βίωσε αὐτή τήν παγκόσμια θλίψη, πού ἦταν κάτι ἀβάσταχτο, μαρτυρικό. Ἀκριβῶς τό ἴδιο βιώνουν καί οἱ Ἅγιοι. Βλέποντας τήν κατάστασή μας, τήν κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας, πού πορεύεται στήν κόλαση, ὄντας κολασμένοι οἱ ἴδιοι, μέσα στήν ἁμαρτία, πονάει. Θρηνεῖ ἀλλά καί πονάει καί βιώνει ἕνα μαρτύριο. Κι αὐτό πάλι εἶναι κοινή ἐμπειρία καί κοινή μαρτυρία ὅλων τῶν ἁγίων. Βλέπετε καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος βίωναν αὐτόν τόν παγκόσμιο πόνο καί θρηνοῦσαν γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, γιατί ἀκριβῶς ἀγαποῦσαν τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀγαπάει ὅλους καί θέλει ὅλοι μας νά σωθοῦμε. Πρῶτος ὁ Χριστός πονάει γιά ὅλους μας.
«Μέ τήν καθαρή νοερά προσευχή διδάσκεται ὁ ἀσκητής τά μεγάλα μυστήρια τοῦ Πνεύματος. Μπαίνοντας μέ τόν νοῦ στήν καρδιά, πρῶτα στήν σαρκική καρδιά, ἀρχίζει νά διεισδύει σέ ἐκεῖνα τά βάθη της, ὅπου δέν εἶναι πλέον σάρκα. Βρίσκει τήν «βαθείαν καρδίαν», τήν πνευματική, τήν μεταφυσική καί μέσα της βλέπει πώς ἡ ὕπαρξη ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος δέν εἶναι γι’ αὐτόν κάτι ξένο καί ἀλλότριο, ἀλλά εἶναι δεμένη ἀχώριστα μέ τήν προσωπική του ὕπαρξη». Βλέπει ἐκεῖ μέσα καί βιώνει δηλαδή αὐτή τήν παν-ἑνότητα, τήν παγκόσμια ἑνότητα πού ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λόγω τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτό εἴμαστε ὅλοι ἀδέλφια, λόγω τῆς κοινῆς φύσεως. Κι ὅταν βαφτιζόμαστε βέβαια εἴμαστε καί ἀδέλφια ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί πρίν βαφτιστοῦμε, βαφτισμένοι καί ἀβάφτιστοι, εἴμαστε ἀδέλφια λόγω τοῦ ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια φύση. Ἀλλά αὐτό δέν τό ζοῦμε ὅσο εἴμαστε μέ τά πάθη μας καί κατεξοχήν μέ τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαριστεῖ ἀπό τά πάθη καί βρεῖ τόν Χριστό, ἐκεῖ μέσα βρίσκει καί ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί ἀνακαλύπτει ὅτι κι αὐτός εἶναι δεμένος μέ ὅλους καί ἐπηρεάζει ὅλους καί ἐπηρεάζεται ἀπό ὅλους.
«Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας», ἔλεγε ὁ Γέροντας». Γι’ αὐτό ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος «μηδείς ζητείτω τό ἑαυτοῦ, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄Κορ. 10,24). Γιατί, ὅταν ζητᾶς ὄχι τό δικό σου ἀλλά τό συμφέρον τοῦ ἄλλου, οὐσιαστικά ζητᾶς τό δικό σου συμφέρον. Γιατί ὁ ἄλλος καί ἐσύ εἶστε ἕνα. Ὅλοι εἴμαστε ἕνα λόγω τῆς κοινότητας τῆς φύσεως. Πολύ περισσότερο εἴμαστε ἕνα μέσα στήν Ἐκκλησία, γιατί ἔχουμε καί τήν κοινότητα τοῦ Πνεύματος, ἔχουμε τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα πού πήραμε μέ τό Ἅγιο Χρίσμα.
«Ὁ Γέροντας ἄρχισε νά κατανοεῖ τήν ἐντολή «ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» ὄχι πλέον ὡς ἠθικό κανόνα ἤ βαθμό ἀγάπης ἀλλά σάν κάτι πού ὑποδεικνύει τήν ὀντολογική κοινότητα τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων». Τί σημαίνει αὐτό; Κατάλαβε ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὅτι ἡ ἐντολή νά ἀγαπήσουμε τόν πλησίον μας, ὅπως τόν ἑαυτό μας, δέν εἶναι μία ἐντολή ἠθικῆς φύσεως, «πρέπει νά τό κάνεις», «πρέπει νά ἀγαπάω τόν ἄλλον»… ἀλλά εἶναι μία ἀναγκαιότητα τῆς ὑπάρξεώς μας. Εἶναι σύμφυτη μέ τήν φύση μας. Ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπάει τόν ἄλλον, ὅπως τόν ἑαυτό του, δέν ἀγαπάει οὔτε τόν ἑαυτό του, καταστρέφεται. Αὐτοκαταστρέφεται, δηλαδή, γιατί ὅλοι εἴμαστε ἕνα, ἑνωμένοι ὀντολογικά λόγω τῆς κοινότητας τῆς φύσεως. Ὅταν λοιπόν δέν ἀγαπᾶμε ὁ ἔνας τόν ἄλλον, οὐσιαστικά τί κάνουμε; Ἀκυρώνουμε καί τόν ἑαυτό μας καί τήν ὕπαρξή μας. Νά γιατί ἕνας πού δέν ἀγαπάει τόν πλησίον του, δέν μπορεῖ νά σωθεῖ, δέν μπορεῖ νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό, γιατί αὐτό εἶναι σωτηρία τό νά ἑνωθεῖ καί νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ὅταν βγαίνει τό Ἅγιο Ποτήριο ὁ ἱερεύς λέει «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης». Ἄν δέν ὑπάρχει ἀγάπη, ἔστω καί μέ ἕναν ἄνθρωπο στή γῆ, δέν μπορεῖς νά κοινωνήσεις. Εἶναι ἐμπόδιο στήν Θεία Κοινωνία τό νά κρατᾶμε ἔχθρα ἔστω καί μέ ἕναν ἄνθρωπο στήν γῆ, γιατί ἀκριβῶς ἔχουμε χωριστεῖ ἀπό ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί ἀπό τόν Χριστό, πού ἔχει μέσα Του ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.
Ἐρ. : Εὐλογεῖτε πάτερ. Πῶς ἐμεῖς πού εἴμαστε τόσο ἀρχάριοι μποροῦμε νά κρατήσουμε αὐτή τή Χάρη, τήν λίγη πού ἔρχεται μέ τήν αὐτομεμψία; Ὁ Ἅγιος ἦταν ἅγιος, ἦταν αὐτός πού ἤτανε… ἦταν μοναχός, εἶχε τόν πνευματικό του κοντά του, γιά νά τόν καθοδηγεῖ. Ἐμεῖς..
Ἀπ. : Νομίζω τό εἶπες. Ἡ αὐτομεμψία εἶναι ἡ ὁδός. Ὅταν κατακρίνουμε, κατηγοροῦμε τόν ἑαυτό μας συνεχῶς γιά ὅλα καί δέν ζητᾶμε εὐθύνες οὔτε ἀπό τόν Πνευματικό οὔτε ἀπό τήν ἀδελφή μας - τήν διπλανή μας οὔτε ἀπό τήν τάδε Γερόντισσα, τήν τάδε μοναχή, ἀπό κανέναν. Οὔτε ἀπό τόν σύζυγό μας οὔτε ἀπό τά παιδιά μας οὔτε ἀπό τήν κοινωνία οὔτε ἀπό τούς πολιτικούς οὔτε ἀπό τό παγκόσμιο κατεστημένο οὔτε ἀπό τίς σκοτεινές δυνάμεις οὔτε ἀπό τούς δαίμονες, ἀλλά ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ὅταν κατηγοροῦμε τόν ἑαυτό μας σέ ὅλα, τότε βρήκαμε τόν δρόμο, γιά νά φυλάξουμε τήν Χάρη καί νά μήν προδώσουμε τόν θησαυρό. Ἀλλά συνήθως οἱ ἄνθρωποι ἀφήνουμε αὐτή τήν ὁδό, πού εἶναι ἡ εὔκολη, καί διαλέγουμε, λένε οἱ Πατέρες, τήν δύσκολη. Ποιά εἶναι ἡ δύσκολη ὁδός; Νά κατηγοροῦμε τούς ἄλλους καί νά λέμε: φταίει ἡ πολιτική, φταίει τό Κράτος, φταίει ἡ κοινωνία, φταίει ὁ Γέροντας, ὁ Πνευματικός, φταῖνε οἱ μοναχές πού δέν εἶναι καλές.. οἱ Γερόντισσες, οἱ Γέροντες… ἐγώ δέν φταίω πάντως, σέ τίποτα! Βλέπετε πῶς κρύβεται ἡ ὑπερηφάνεια; Πίσω ἀπό ὅλα αὐτά κρύβεται ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτό, οἱ Ἅγιοι Πατέρες λένε, σκότωσε τό φίδι πού ἔχεις μέσα σου. Μέ αὐτό νά ἀσχοληθεῖς. Σταμάτα νά ἀσχολεῖσαι μέ τούς ἄλλους καί μέ τήν κοινωνία καί μέ τά χρήματα καί μέ ὅλα αὐτά πού σέ παραπλανοῦν καί σέ βγάζουν ἀπό τόν ἑαυτό σου, σέ βγάζουν ἀπό τήν καρδιά σου. Πήγαινε στήν καρδιά σου, πολέμησε τόν ὄφη πού ἔχεις ἐκεῖ πέρα καί θά τά βρεῖς ὅλα μετά. Θά βρεῖς τόν Χριστό, θά βρεῖς τήν Χάρη καί θά βρεῖς καί ὅλους τούς ἀνθρώπους, σωστά. Θά τούς ἀγαπήσεις σωστά καί μετά δέν θά κατηγορεῖς κανέναν, ἀλλά μόνο τόν ἑαυτό σου, συνειδητά πλέον.
Ἐρ. : Εὐλογεῖτε πάτερ. Δόξα τῷ Θεῷ ἐμεῖς ἔχουμε κοντά τόν Πνευματικό μας. Πολλοί ἄνθρωποι, στά χωριά γιά παράδειγμα, μπορεῖ νά πηγαίνουν Ἐκκλησία, ἀλλά δέν ἔχουν Πνευματικό. Ἤ ἄλλοι ἄνθρωποι μέ καλή διάθεση καί σωστή ζωή μπορεῖ νά μήν εἶναι κἄν χριστιανοί. Πῶς θά κριθοῦν αὐτοί; Ἔχω ἀκούσει περίπτωση, ἄς ποῦμε, πού πῆγε σ’ ἕνα χωριό νά ἐξομολογηθεῖ κάποιος στόν παπά καί τοῦ λέει «δέν πειράζει ἐσύ δέν ἔχεις ἁμαρτίες, πήγαινε νά κοινωνήσεις». Σίγουρα εἶναι λάθος. Τί γίνεται σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις;
Ἀπ. : Εἶναι ἕνα ἐρώτημα πού γίνεται πολλές φορές. Τό ἔχουμε ἀπαντήσει, ἀλλά θά τό πῶ πάλι σύντομα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος, βαφτισμένος καί ἀβάφτιστος, ἔχει μέσα του τήν φωνή τοῦ Θεοῦ, πού λέγεται συνείδηση. Ἔχει ἐπίσης γύρω του ὅλη τήν Δημιουργία, ὅλη τήν Κτίση. Ἄν ἀξιοποιήσει αὐτά τά δύο πράγματα, θά βρεῖ τόν Χριστό σίγουρα. Ἄν ἀκούσει τήν συνείδησή του καί ὑπακούσει σ’ αὐτά πού τοῦ λέει ἡ συνείδησή του, θά βρεῖ σίγουρα τόν Χριστό. Κι ἄν διδαχτεῖ ἀπό τήν Κτίση τό μάθημα πού μᾶς δείχνει, γιατί ἡ Κτίση παραπέμπει στόν Κτίσαντα, μέ ὅλη τήν ὀμορφιά πού ἔχει, τήν σοφία πού ἔχει, τό μεγαλεῖο, τήν δύναμη πού κρύβει κ.λ.π. ὅλα αὐτά γιά ἕναν πού ἔχει τήν στοιχειώδη λογική, φωνάζουν! Καί μιλᾶνε γιά ποιόν; Γιά ἕναν Κατασκευαστή. Γιά ἕναν ὅμως πού εἶναι τυφλωμένος ἀπό τά πάθη του, λόγω τοῦ ὅτι δέν ἀκούει τήν συνείδησή του, μπορεῖ νά πεῖ ὅτι ὅλα αὐτά ἔγιναν τυχαῖα. Ἀλλά αὐτός εἶναι «σχιζοφρενής» κατά τούς Πατέρες. Ὅπως δηλαδή αὐτό ἐδῶ τό κινητό δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς ὅτι ἔγινε μόνο του, σέ τρισεκατομμύρια χρόνια ἔστω, καί τετράκις ἑκατομμύρια νά βάλουμε… Μπορεῖ ποτέ νά γίνει μόνο του; Δέν ὑπάρχει περίπτωση! Οὔτε ἄν φυσήσει ὁ ἄνεμος θά φτιάξει αὐτό τό κτίριο σέ τρισεκατομμύρια χρόνια, ὅσο κι ἄν φυσάει… νά μαζέψει τά τοῦβλα κ.λ.π. καί νά κάνει ὅ,τι χρειάζεται, γιά νά γίνει ἕνα κτίριο καί νά τό ἀπολαμβάνουμε ὅπως εἶναι. Δέν ὑπάρχει περίπτωση! Πολύ περισσότερο ὅλο τό σύμπαν πού εἶναι φτιαγμένο μέ τέτοιο τέλειο τρόπο καί λειτουργεῖ καί συντηρεῖται μέ τόσο τέλειο τρόπο γιά τρισεκατομμύρια χρόνια ἀπαιτεῖ κάποιον Κατασκευαστή. Ὁπότε ἀξιοποιώντας τά δεδομένα αὐτά, ὁ ἄνθρωπος σίγουρα θά βρεῖ τόν Χριστό. Καί στήν πράξη φαίνεται αὐτό ἀπό πολλούς ἀνθρώπους, μουσουλμάνους, ἄθεους, ἀπό ἀνατολικές θρησκεῖες κ.λ.π., οἱ ὁποῖοι ἐπειδή εἶχαν καλή διάθεση, ἀναζητοῦσαν τόν Χριστό.. Προσέξτε εἶναι πολύ σημαντικό αὐτό: ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Καί ἐδῶ εἶναι τό ἐρώτημα γιά μᾶς. Ἐμεῖς ἀναζητοῦμε τόν Χριστό; Δέν Τόν ἔχουμε βρεῖ. Τουλάχιστον Τόν ψάχνουμε; Τόν ἀναζητοῦμε; Σοῦ λέει ἡ Ἐκκλησία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μέσα στήν καρδιά σου. Ἐκεῖ θά Τόν ψάξεις. Τόν ψάχνουμε;
Ὁπότε, μήν ξεφεύγουμε. Γιατί ὑπάρχει καί μία πονηρία σ’ αὐτό τό ἐρώτημα γενικά… δέν τό λέω γιά σᾶς. Μία σκέψη ἐνδεχομένως εἶναι ἡ ἑξῆς: ἄν αὐτοί σωθοῦνε, πού εἶναι ἀβάφτιστοι, πού εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας κ.λ.π., πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πού εἴμαστε βαφτισμένοι! Ἀλλά δέν ἰσχύει αὐτό. Γιατί μέ τό βάφτισμα πήραμε τήν δυνατότητα νά βροῦμε τόν Θεό, τήν δυνατότητα νά θεωθοῦμε. Τά πήραμε… ὅλα τά πήραμε… ἀλλά ὡς δυνατότητα. «Ἔδωκεν ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι» (Ἰω. 1,12). Πήραμε τήν υἱοθεσία, δηλαδή τήν δυνατότητα νά γίνουμε υἱοί Θεοῦ, ἄρα καί συγκληρονόμοι τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ μας, τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ὅμως δέν ἀξιοποιήσουμε αὐτή τήν δυνατότητα, ὅπως δυστυχῶς οἱ πλεῖστοι βεβαπτισμένοι σήμερα… δέν ἀξιοποιοῦν τήν δυνατότητα πού τούς ἔχει δώσει ἡ Ἐκκλησία, ἀδιαφοροῦν… ἀπό κεῖ καί μετά πῶς θά γίνει νά σωθοῦμε; Ἔτσι μαγικά; Ἐπειδή ἁπλῶς βαφτιστήκαμε; Δέν γίνεται. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί ξέρετε ποιούς θεωροῦσανε πραγματικά καί ἀληθινά μέλη τῆς Ἐκκλησίας; Ὅσους εἶχαν μέσα τους ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή. Εἶχαν φτάσει δηλαδή τουλάχιστον στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Φωτισμός, τό ἔχουμε πεῖ, εἶναι ἡ κατάσταση αὐτή πού ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή λέγεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου συνεχῶς. Ἀλλά, γιά νά φτάσεις σ’ αὐτή τήν κατάσταση, πρέπει νά ξεκινήσεις ἀπό τό μηδέν, νά ξεκινήσεις ἐσύ νά τό κάνεις μέ τό στόμα, σιγά-σιγά, μέ τόν νοῦ, μέ τή σκέψη, νά φτάσει στήν καρδιά, μέχρι ἐκεῖ νά χρονίσει καί νά ἀκούσεις μετά καί τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τήν λέει τήν προσευχή αὐτή μέσα σου. Τότε εἶσαι πραγματικά μέλος τῆς Ἐκκλησίας! Βλέπετε πόσο μακριά εἴμαστε ἀπό αὐτό; Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, γιατί δέν μᾶς ἄφησαν κείμενα γιά τήν νοερά προσευχή; Γιατί τό ἔκαναν ὅλοι, ἦταν αὐτονόητο. Ὅπως εἶναι αὐτονόητο νά πίνεις νερό. Σκεφτεῖτε μετά ἀπό 500 χρόνια οἱ ἄνθρωποι νά ξεχάσουν ὅτι πρέπει νά πίνουν νερό. Ἔ, θά ἀρχίσουν οἱ γιατροί νά γράφουν βιβλία «πιεῖτε νερό, θά πεθάνετε». Σήμερα τό θεωροῦμε γελοῖο νά γράψουμε βιβλία γιά τό ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά πίνουν νερό. Κανένας δέν γράφει τέτοιο βιβλίο γιά νά διδάξει τούς ἀνθρώπους νά πίνουν νερό. Ἔτσι καί τότε δέν γράφανε βιβλία γιά τήν νοερά προσευχή. Πότε ἔχουμε βιβλία γιά τήν νοερά προσευχή; Μετά τόν 4ο αἰῶνα, ὅπου ἄρχισαν οἱ χριστιανοί νά μήν τό κάνουν, νά μήν ἐπικαλοῦνται συνεχῶς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί σημειῶστε δέν τό κάνανε μόνο μοναχοί, κληρικοί, ἐπίσκοποι… ὅλοι οἱ χριστιανοί τήν κάνανε τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Διαβάστε τά συναξάρια τῶν ἁγίων, τῶν μαρτύρων, στόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο, στόν ἅγιο Καλλίνικο τόν μάρτυρα, νά δεῖτε πῶς ἔχουμε τέτοια περιστατικά καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί ἐπικαλοῦντο συνεχῶς καί ἔλεγαν συνεχῶς τό Ὄνομα. Γι’ αὐτό καί λέει κάπου στήν Ἁγία Γραφή, ὅτι οἱ χριστιανοί εἶναι αὐτοί πού βαστάζουν τό ὄνομα. Βαστάζω τό ὄνομα αὐτό σημαίνει, ἐπικαλοῦμαι συνέχεια τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με». Αὐτό βεβαίως τό παίρνει μετά ἡ καρδιά καί τό κάνει μόνη της, γιατί πλέον ἀγαπᾶς καί ὅταν ἀγαπᾶς, χαίρεσαι καί εὐφραίνεσαι νά λές τό ὄνομα αὐτοῦ πού ἀγαπᾶς, ὅπως συμβαίνει στά ἀνθρώπινα. Στίς ἀνθρώπινες ἀγάπες ἐν τῇ ἀπουσία τοῦ ἀγαπημένου προσώπου ἤ καί ἐν τῇ παρουσία, λέγεται τό ὄνομα, γιατί αὐτό φέρνει χαρά.
Ἑπομένως, γυρνᾶμε πάλι στό ἐρώτημα. Ἐμεῖς θά σωθοῦμε; Οἱ ἄλλοι εἴπαμε, ἄν ἀκοῦνε τήν συνείδησή τους, θά σωθοῦνε, θά βροῦνε τόν Χριστό, δέν θά τούς ἀφήσει ὀ Χριστός. Τό ἐρώτημα εἶναι γιά μᾶς. Πρῶτον: Ἐμεῖς ἀκοῦμε τήν συνείδησή μας; Δεύτερον: Ἐμεῖς ἔχουμε καί ἕνα ἐπιβαρυντικό στοιχεῖο ἄν δέν σωθοῦμε, γιατί ἐμεῖς πήραμε καί τήν Χάρη. Τήν ἔχουμε ἤδη τήν Χάρη, ἐνῶ αὐτοί οἱ καημένοι οἱ ἀβάφτιστοι δέν τήν ἔχουν. Ἔχουμε τήν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία μᾶς βοηθάει καί δέν θά πρέπει νά τήν ἀφήσουμε ἀναξιοποίητη.
Ὁπότε, ἄς μποῦμε σ’ αὐτή τήν διαδικασία μέ τήν εὐκαιρία καί τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ πού γιορτάζουμε αὔριο καί εἶναι ὁ κατεξοχήν διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μήν νομίζετε ὅτι τήν βρῆκε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Σᾶς εἶπα, ἡ νοερά προσευχή γινότανε πρό Χριστοῦ ἀπό ὅλους τούς θεωμένους ἀνθρώπους, ἀπό τούς προφῆτες. Οἱ προφῆτες προσηύχοντο ἀδιάλειπτα. Οἱ Ἀπόστολοι ἐπίσης. Ὁ Χριστός μας μᾶς τό δίδαξε μέ τήν παραβολή τοῦ ἄδικου κριτοῦ καί τῆς χήρας καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες στή συνέχεια μᾶς παρακινοῦνε κι ἐμᾶς νά κάνουμε τό ἴδιο, ἔτσι ὥστε, νά καταποθεῖ, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀπό ἐμᾶς καί ἐμεῖς ἀπό τόν Χριστό καί νά γίνουμε ἕνα! Γιατί τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ὄνομα, ἀλλά κρύβει μέσα Του καί εἶναι φορέας τῆς ἄκτιστης θείας Χάρης. Κάθε φορά πού λέμε αὐτό τό ὄνομα κοινωνοῦμε στήν θεία Χάρη, στήν θεοποιό Χάρη.
Ἐρ. : Εὐλογεῖτε. Μποροῦμε ὅλοι νά τό πετύχουμε, νά τό πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε οἱ χειρότεροι; Μπορεῖ νά τό λέμε, ἀκόμα καί στήν προσευχή νά τό λέμε -μιλάω γιά μένα- κατά βάθος δέν τό ἐννοοῦμε. Ὅταν βλέπω σέ μία ἀδελφή πώς δέν εἶναι σωστό αὐτό πού κάνει… πάλι κατακρίνω. Ἄρα…
Ἀπ. : Σᾶς εἶπα ὅτι τά κριτήρια τά δικά μας δέν εἶναι ἴδια μέ τοῦ Θεοῦ. Ὁ καθένας θά κριθεῖ ἀνάλογα καί μέ αὐτά πού ἔλαβε. Σ’ αὐτόν πού δόθηκε πολύ, λέει ὁ Χριστός, θά τοῦ ζητηθεῖ καί πολύ. Εἴδατε τί ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος; Ἐγώ, ἔλεγε, ἐνῶ μπορῶ νά κάνω δέκα θαύματα, κάνω μόνο ἕνα. Ὁ ἄλλος πού θά ἔκανε δέκα φόνους, συγκρατεῖται καί κάνει ἐννιά. Αὐτός εἶναι καλύτερος ἀπό μένα. Καταλάβατε; Δηλαδή, εἶναι ἄλλα τά κριτήρια τοῦ Θεοῦ. Σκεφτεῖτε ὄχι τί κάνουμε, ἀλλά τί δέν κάνουμε. Πόσα θά μπορούσαμε νά κάνουμε κάθε μέρα πού δέν κάνουμε; Πάρτε τήν προσευχή. Τηροῦμε τήν πρώτη ἐντολή πού λέει «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐκ ὅλης τῆς διανοίας σου…» (Λουκ. 10,27), πού σημαίνει μέ ὅλη σου τήν διάνοια, ὅλη σου ἡ σκέψη νά εἶναι στόν Χριστό; Τό τηροῦμε; Δέν τό τηροῦμε… Ἄν δεῖς λοιπόν ὅλες τίς ἐντολές, δέν τίς τηροῦμε, ἐνῶ ξέρουμε ὅτι πρέπει νά τίς τηρήσουμε. Οἱ ἄλλοι οἰ καημένοι τουλάχιστον δέν τό ξέρουνε. Ἔχουν λιγότερη πνευματική γνώση ἀπό ἐμᾶς καί ἐνδεχομένως πολλές φορές, τό βλέπουμε αὐτό, εἶναι πιό συνεπεῖς, πιό τίμιοι, πιό εἰλικρινεῖς, πιό εὐθεῖς ἀπό ἐμᾶς τούς λεγόμενους χριστιανούς, πού πολλές φορές εἴμαστε ὑποκριτές. Πρέπει νά τό παραδεχτοῦμε. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά εἴμαστε χριστιανοί. Θά εἴμαστε, ἀλλά θά πρέπει νά στοχεύουμε στό τέλειο. Νά μήν συγκρινόμαστε μέ τούς ἄλλους, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, νά συγκρινόμαστε μέ τούς Ἁγίους. Ἐμεῖς συγκρινόμαστε μέ τούς κατώτερους καί λέμε, ἐντάξει... Τό 99% τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας οὐσιαστικά, ἔτσι δέν εἶναι; Ἀφοῦ οὔτε κἄν ἐκκλησιάζονται καί αὐτοί πού ἐκκλησιάζονται οἱ περισσότεροι πᾶνε μετά τό Πιστεύω. Δυστυχῶς… Αὐτή εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση. Ἄρα εἶμαι καλύτερη! Ἄρα ἐγώ θά σωθῶ. Ποιός τό εἶπε ὅτι θά σωθεῖς; Δηλαδή ὁ Θεός ἔχει κάποια ποσοστά; Τό 5% σώζεται… ἀφοῦ εἶσαι στό 5% σώθηκες; Ὄχι! Ὁ Θεός ἔχει κριτήρια. Τελικά, ἐμεῖς αὐτοτοποθετούμαστε στή σωτηρία ἤ ὄχι. Σωτηρία τί εἶναι; Εἶναι νά ἐνωθεῖς μέ τόν Χριστό, νά καθαριστεῖς καί τουλάχιστον νά φτάσεις στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Αὐτός σώζεται. Εἴμαστε σ’ αὐτή τήν κατάσταση; Δέν εἴμαστε. Ἄρα; Τί νά ποῦμε ὅτι εἶμαι καλύτερος ἤ χειρότερος; Χειρότεροι εἴμαστε, γιατί ἐμεῖς ξέρουμε καί δέν εἴμαστε. Οἱ ἄλλοι τουλάχιστον δέν ξέρουν καί δέν εἶναι. Ἄρα εἴμαστε χειρότεροι, ἐπειδή ξέρουμε καί δέν προσπαθοῦμε ὅσο πρέπει.
Τό ἄλλο πού λένε οἱ ἅγιοι εἶναι «διά τήν ἄγνοια». Μπορεῖ ὁ ἄλλος νά φαίνεται ὅτι εἶναι ἔτσι καί νά μήν εἶναι ἔτσι. Ὑπάρχουν ἅγιοι πού κρύβονται. Ἅγιοι, πολύ μεγάλοι ἅγιοι, σημερινοί, ζωντανοί, οἱ ὁποῖοι κρύβονται καί δέν φαίνονται ὄτι εἶναι ἅγιοι καί ἐσύ μπορεῖ νά τόν περνᾶς γιά ἕναν κοινό ἄνθρωπο, τῆς σειρᾶς…

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου