ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΣΣΑ
ΧΑΙΡΕ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΒΑΔΙΣΤΟΝ(Κάνετε κλίκ στήν εἰκόνα γιά νά ὁδηγηθεῖτε στό ἱστολόγιο: ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ 3

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Ἡ Μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν Ἁγιορειτικό Τόμο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Π. Γεώργιος Καψάνης

Ἡ Μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν ἉγιορειτικόΤόμο 
                                                                 
Εἰσηγήσεις εἰς τήν ἡμερίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Βεροίας καί Ναούσης μὲ θέμα: «ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΣΙΣ. Ἡ ζωή καί ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», 22 Μαρτίου 1997.
Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Μοναχισμὸς ὀφείλουν πολλὰ στούς πρώτους ἀλλά καί στούς μεταγενεστέρους μοναχούς, κοινοβιάρχας καί νομοθέτας τοῦ κοινοβίου.
 Τόν Μ. Ἀντώνιο, τόν ἅγιο Παχώμιο, τόν Μ.Βασίλειο, τόν ἅγιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί ἄλλους.
Ἐξ ἴσου ὅμως πολλά ὀφείλουμε καί στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, πού μέ τούς σθεναρούς ἀγῶνες του κατά τοῦ Βαρλαάμ ἔσωσε τήν Ἐκκλησία καί τόν Ὀρθόδοξο μοναχισμό ἀπό τόν Δυτικό οὐμανισμό, τόν ὀρθολογισμό καί τήν αἵρεσι.
Ἐάν σήμερα ἡ Ὀρθδόξος Ἐκκλησία εὐαγγελίζεται τήν θέωσι καί ὁδηγεῖ στήν θέωσι τά μέλη της, αὐτό ὀφείλεται κυρίως στούς ἀγῶνες καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου.
Ἐάν σήμερα ὁ ἁγιορείτικος καὶ ἁπανταχοῦ Ὀρθόδοξος μοναχισμός δατηρῇ τόν ἡσυχαστικό του χαρακτῆρα καί σκοπεύῃ ὄχι στήν κατάκτησι τοῦ κόσμου μέ τήν δρᾶσι, ἀλλά στήν μεταμόρωσί του διά τῆς ἐν ἡσυχίᾳ προσευχῆς καί λατρείας τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό ὀφείλουμε κυρίως στόν ἅγιο Γρηγόριο.
Στόν ἀγῶνα του κατά τοῦ Βαρλαάμ ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶχε ἕνα δυνατό ὅπλο. Τόν Ἁγιορείτικο Τόμο. Μία εὐσύνοπτο ὁμολογία πίστεως ( στήν Φιλοκαλία καταλαμβάνει 6 σελίδες), πού ὁ ἴδιος συνέγραψε καί ὑπέργραψαν οἱ σημαντικότερες προσωπικότητες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.


Τόν Ὀκτώμβριο τοῦ 1340 ὁ Βαρλαάμ μετέβη στήν Κωνσταντινούπολι, γιά νά καταγγείλῃ τόν ἅγιο Γρηγόριο.  Τόν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους, κατά πᾶσαν πιθάνοττα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, γιά νά ζητήσῃ τήν βοήθεια τῶν Ἁγιορειτῶν στόν ἀγῶνα του. Δὲν χρειάσθηκε νά μείνῃ πολύ στό Ὄρος, γιατί οἱ Πατέρες σύντομα ἐνέκριναν καί ὑπέργραψαν τόν Τόμο.
Ὁ Τόμος ἐπηρέασε τίς μετέπειτα ἐξελίξεις ὑπέρ τῶν ἡσυχαστῶν λόγῳ τοῦ κύρους πού εἶχε τό Ἅγιο Ὄρος στόν Ὀρθόδοξο κόσμο.
Βέβαια ὁ πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας, πού δέν συμπαθοῦσε τόν ἅγιο Γρηγόριο οὔτε τοὺς ἀγῶνες του γιά τήν Ὁρθοδοξία, τόν κατηγοροῦσε ὅτι  «ὁ Παλαμᾶς παρασυναγωγάς ἐν τῷ Ὄρει τῷ Ἁγίῳ ποιεῖ κἀν τῇ Θεσσαλονίκῃ παρά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας»1 καί γ’ αὐτό τόν κάλεσε στήν Κωντσταντινούπολι πρὸς ἀπολογίαν.
Στόν Ἁγιορείτικο Τόμον ἀναιροῦνται δι’ ὀλίγων οἱ κύριες θέσεις τοῦ Βαρλαάμ καί τῶν ὁμοφρόνων του καί διατυπώνονται οἱ θέσεις τῶν ἡσυχαστῶν. Ὁ Τόμος ἀποτελεῖ μία περίληψι τῆς Ἡσυχαστικῆς καὶ Παλαμικῆς θεολογίας.
Στήν παροῦσα εἰσήγησι θὰ ἰδοῦμε τίς θέσεις τοῦ Τόμου, πού ἔχουν ὄχι μόνο θεολογική ἀλλά καί πρακτική σημασία. Στόν Τόμο αὐτὸ ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τό Ἅγιον Ὄρος, ἡ Ἐκκλησία.  Δέν θά τόν ἰδοῦμε μέ πνεῦμα περιεργείας ἤ κοσμικῆς φιλομαθείας, ἀλλά μέ πνεῦμα μετανοίας. Ὡς ταπεινοί ὑποτακτικοί ἄς ἐρωτήσουμε τόν πάντοτε ζῶντα μεγάλο καί ἀπλανῆ Γέροντά μας ἅγιο Γρηγόριο, ποιός εἶναι ὁ Ὀρθόδοξος μοναχισμός πού πρέπει νά ἀσκοῦμε, καί πού ἐμεῖς ὑστεροῦμε, ὥστε μέ τήν εὐχή του νά βάλουμε πάλιν ἀρχή μετανοίας.
Ὁ πλήρης τίτλος τοῦ Τόμου εἶναι: «Ἁγιορειτικός Τόμος ὑπὲρ ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἄλλο ἡσυχία καί ἄλλο ἱερα ἡσυχία. Ἡ πρώτη ἔχει ἀνθρωποκεντρικό χαρακτῆρα. Ἡ δευτέρα Χριστοκεντρικό. Ὁ ἱερῶς ἡσυχάζων ἡσυχάζει ὄχι γιά νά βρῇ κάποια σωματική ἤ ψυχολογική ἀνάπαυσι ἤ ψυχοσωματική χαλάρωσι ἤ ἰσορροπία, ἀλλά γιά νά συνατήσῃ τόν Χριστό. Ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει ἡ ψυχή του εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου, διά νά συναντήσῃ τόν Ζῶντα Θεόν καί νά ἑνωθῇ μαζί Του (Ψαλμ. 83). Ἡσυχάζει ἀπό ἀνησυχία μήπως περιπλανώμενος ἤ προσκολλώμενος μέ τόν νοῦ του στά κτίσματα χάσῃ τόν Κτίστη καί Πλάστη του. Ἡ ἱερά ἡσυχία λοιπόν δέν εἶναι ψυχολογική ἀλλά ὀντολογική κατάστασις.
Ὁ τόμος συντάσσεται «διά τούς ἐξ ἰδίας ἀπειρίας καί τῆς πρός τούς ἁγίους ἀπειθείας ἀθετοῦντας τάς τοῦ Πνεύματος μυστικάς ἐνεργείας κρεῖττον ἤ λόγος ἐν τοῖς κατά πνεῦμα ζῶσιν ἐνεργουμένας καί δι’ ἔργων φανερουμένας, ἀλλ’ οὐ διά λόγων ἀποδεικυμένας»2.
Σέ τέσσαρες σειρές ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς εἶπε τά βασικά στοιχεῖα τῆς πλάνης τοῦ Βαρλαάμ, χωρίς νά τόν ὀνομάσῃ. Οἱ Βαρλααμῖται ἀπορρίπτουν τίς μυστικές ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή τίς ἐνέργειες πού δίδουν τήν ἐμπειρία τῆς θέωσεως, διότι δέν ἔλαβαν πεῖραν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν, ἀλλά καί δέν πείθονται στούς ἁγίους πού ἔχουν αὐτές τίς ἐμπειρίες.
Οἱ μυστικές αὐτές ἐνέργειες, μέ τρόπο πού ὑπερβαίνει τόν λόγο, ἐνεργοῦνται σέ ὅσους ζοῦν πνευματικά καί φανερώνονται μέ ἔργα χωρίς νά ἀποδεικύνωνται μέ λόγια.
Προϋπόθεσις γιά νά γνωρίσῃ κανείς αὐτές τίς μυστικές ἐνέργειες δέν εἶναι ἡ κοσμική γνῶσις καί σοφία, ἀλλά ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωή.  Γι’ αὐτό καί δέν ἀποδεικνύονται μέ διανοητικά ἐπιχειρήματα, ἀλλά φανερώνοται μόνο μέ ἔργα, δηλαδή τά ἔργα τῶν θεωμένων ἀνθρώπων.
Τό κείμενο τοῦ Τόμου πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ μία ἐκτενεστέρα ἀνάλυσι τῆς ἐπιγραφῆς.
Στόν πρόλογο ὁ ἅγιος Γρηγόριος συγκρίνει ὅσα συνέβησαν στήν Παλαιά Διαθήκη μέ ὅσα συμβαίνουν τώρα στόν χρόνο μεταξύ πρώτης καί δευτέρας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως τά μυστήρια τῆς Καινῆς Διαθήκης καί συγκεκριμένα τό Τρισυπόστατον τοῦ Θεοῦ ἦσαν γνωστά κατά τούς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μόνο στούς Προφήτας καί σέ ὅσους πίστευαν στούς λόγους τῶν Προφητῶν, ἔτσι καί τώρα τά μυστήρια τοῦ Πνεύματος ἤ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος εἶναι γνωστά κατά τρόπο μυστικό στούς ἀξίους.
Τά ὑπέρ νοῦν μυστήρια δέν μαθαίνονται μέ διανοητική γνῶσι, ἀλλά μέ πνευματική πεῖρα. Τήν πεῖρα αὐτή λαμβάνουν ὅσοι ἀπαρνοῦνται, ἀποτάσσονται τήν ἁμαρτία καί τόν κόσμο χάριν τῆς τελείας εὐαγγελικῆς ζωῆς, βεβαιώνουν τήν ἀποταγή μέ τήν ὑποταγή σέ πεπειραμένους πνευματικούς πατέρας καί σχολάζουν χωρίς μέριμνες καί μέ εἰλικρινῆ προσευχή «εὐαυτοῖς καί τῷ Θεῷ»3.
Αὐτοί γίνονται «ὑπέρ ἑαυτούς», δηλαδή ξεπερνοῦν μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ τήν φυλαυτία, τήν ἐγωκεντρική ζωή, τόν παλαιό ἄνθρωπο, καί γίνονται «ἐν Θεῷ», ἀφοῦ «διά τῆς πρός αὐτόν μυστικῆς ὑπέρ νοῦν ἑνώσεως, τά ὑπέρ νοῦν ἐμυήθησαν»4.
Στούς λόγους αὐτούς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου περιγράφεται ὁ σκοπός τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχοῦ καί ὁ τρόπος ἐπιδιώξεώς του. Ἐμεῖς ἄραγε ἔχουμε τό πνεῦμα αὐτό;
Ὑπάρχιε ὅμως καί ἄλλος ἔμμεσος τρόπος νά γνωρίσῃ κάποιος τά ὑπέρ νοῦν μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ ἴδιος δέν πάσχῃ τήν θέωσι.  Νά ἐρωτᾷ μέ σεβασμό, πίστι καί ἀγάπη τούς μεμυημένους, καί νά πείθεται στούς λόγους των.  Βέβαια μία τέτοια μαθητεία προϋποθέτει ταπείνωσι, πού δέν τήν ἔχουν οἱ κατά καιρούς Βαρλααμῖται, καί ἔτσι ζοῦν καί θεολογοῦν ἀνθρωποκεντρικά.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἅγιος Παλαμᾶς θά ἀπαντήσῃ ἔμμεσα σέ ὅσους τόν κατηγοροῦν ὅτι, μέ τό νά χρησιμοποιῇ τόν ὅρο «θεότητα» γιά τήν «θεοποιό χάρι», ὁμιλεῖ γιά δύο θεότητες. Ἀπό ταπείνωσι δέν λέγει ὅτι ἔχει προσωπική ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος, ἀλλά συγκαταλέγει τόν ἑαυτό του σέ ἐκείνους πού πείθονται στούς θεόπτας Ἁγίους. Ἔτσι διευκρινίζει ὅτι ἀκολουθεῖ τόν μέγα Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, πού ὀνομάζει «θεότητα καί θεαρχίαν καί ἀγαθαρχίαν» ὄχι κάποια ἄλλη θεότητα ἀλλά τό τοῦ Θεοῦ «θεοποιόν δῶρον», δηλαδή τήν ἄκτιστο Χάρι καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ5.
Ἐπικαλεῖται μάλιστα καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στήν θεοποιό Χάρι τοῦ Θεοῦ ἀποφαίνεται
«ἄκτιστον εἶναι… καί ἀεί οὖσαν ἐκ τοῦ ἀεί ὄντως Θεοῦ» καί «ἀγέννητόν τε καί ἐνυπόστατον φῶς τοῖς ἀξίοις ἡνικ’ ἄν γένοιτο ἄξιοι φανερούμενον, ἀλλ’ οὐ τότε γινόμενον· τοῦτο τό φῶς οὗτος καί φῶς ὑπεραρρήτους δόξης καί Ἀγγέλων καθαρότητα ὀνομάζει»6.
Ὁμοίως ἐπικαλεῖται τόν μέγα Μακάριο τόν Αἰγύπτιο, πού τήν θεοποιόν Χάριν ὀνομάζει:
«τῶν ἀσωμάτων τροφήν καί τῆς θείας φύσεως δόξαν καί τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καλλονήν, πῦρ θεῖον καί ἐπουράνιον, φῶς ἄρρητον καί νοερόν, ἀρραβῶνα Πνεύματος Ἁγίου, ἁγιαστικόν ἀγαλλιάσεως ἔλαιον»7.
Μετά τόν κάπως ἐκτενῆ αὐτόν πρόλογον ὁ Ἅγιος σέ 6 προτάσεις (μικρά κεφάλαια) θά ἀναφερθῇ στίς πλάνες τῶν Βαρλααμιτῶν καί θά τίς ἀναιρέσῃ. Κάθε ἕνα ἀπό τά μικρά αὐτά κεφάλαια ἀρχίζει μέ τό «Ὅστις».
Ὅστις λοιπόν συντάσσει –κατατάσσει μέ τούς αἱρετικούς Μασσαλιανούς αὐτούς πού λέγουν τήν θεοποιόν Χάριν ἄκτιστον καί ἀγένητον καί ἐνυπόστατον, αὐτός ἄς γνωρίζῃ ὅτι ἀντίκειται στούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ καί, ἐάν δέν μετανοήσῃ, «ἑαυτόν ἐκβάλλει τοῦ κλήρου τῶν σωζομένων καί ἐπίπτει τοῦ ἑνός καί μόνου τῶν ἁγίων φύσει Θεοῦ»8.
Ὁ ἅγιος ὁμιλεῖ αὐτστηρά.  Διότι χωρίς ὀρθόδοξο δόγμα καί ὀρθόδοξο πίστι δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε  ὀρθόδοξο εὐσέβεια καί ζωή.  Ἡ θεία Χάρις εἶναι ἄκτιστος. Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο εἶναι ἀναγκαιοτάτη αὐτή ἡ πίστις, διότι ἄν ἡ Χάρις δέν εἶναι ἄκτιστος κανένα ἀπό τά θεοπρεπῆ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας δέν ἠμπορεῖ νά ὑπάρξῃ.
Ἐάν ἡ Χάρις ε ἶναι κτιστή, πῶς θά θεωθῇ ὁ κτιστός ἄνθρωπος; Καί πῶς ἡ πνευματική καί μοναχική ζωή δέν θά ἐκπέσῃ ἀπό πνευματικό καί ὀντολογικό γεγονός σέ ἠθική γυμναστική, σέ ἀνθρωποκεντρική δρᾶσι;
Τό δεύτερο «ὅστις» ἀναφέρεται σέ ὅσους πιστεύουν ὅτι ἡ τελεία ἕνωσις μέ τόν Θεόν εἶναι ἀποτέλεσμα μιμήσεως τοῦ Θεοῦ ἤ ἐξωτερικῆς σχέσεως μέ Αὐτόν, ὅπως εἶναι ἡ ἕνωσις δύο ἀγαπωμένων καί ὁμοψύχων ἀνθρώπων, καί πού ἐπίσης πιστεύουν ὅτι ἡ θεοποιός Χάρις του Θεοῦ εἶναι ἕξις -ἱκανότης ἀποκτηθεῖσα διά συνηθείας- τῆς λογικῆς φύσεως, πού ἐπιτυγχάνεται μέ μόνη τήν μίμησι, καί ὄχι ὑπερφυής ἔλλαμψις καί ἀπόρρητος καί θεία ἐνέργεια, ἡ ὁποία «ὁρᾶται ἀοράτως» ἀπό τούς ἀξίους καί «νοεῖται ἀπερινοήτως».
Ὁ φρονῶν τά ἀνωτέρω ἔχιε περιπέσει στήν ἀπάτη τῶν Μασσαλιανῶν9.
Ἡ θεώσις, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα φυσικῆς δυνάμεως, διότι ὡς φυσικό κατόρθωμα δέν θά ἦτο δῶρο Θεοῦ καί δέν θά ἔκανε τόν θεούμενο ἄνθρωπο ἀνώτερο τῶν φυσικῶν του ὁρίων. Ἡ χάρις ὅμως τῆς θεώσεως ὑπερβαίνει τήν φύσι καί τήν ἀρετή καί τήν γνῶσι, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο.
Διότι κάθε ἀρετή καί ἡ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς μίμησις τοῦ Θεοῦ κάνει τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο κατάλληλο γιά τήν θεία ἕνωσι· τήν ἀπόρρητο ὅμως ἕνωσι πραγματοποιεῖ ἡ θεία Χάρις.
Ἡ ἀπόκτησις τῆς ἀρετῆς καί ἡ μίμησις τοῦ Θεοῦ ποτέ δέν ἠμπορεῖ νά εἶναι ὁ τελικός σκοπός τοῦ ἀσκουμένου μοναχοῦ καί χριστιανοῦ, γιατί τότε θά κατέληγε στήν φαρισαϊκή αὐτοδικαίωσι. Αὐτά εἶναι ἀπαραίτητα ὡς μέσα, ὥστε ὁ ἀγωνιζόμενος νά γίνῃ δεκτικός τῆς θείας Χάριτος.
Αὐτὸ ἐδίδαξε πολλούς αἰῶνες ἀργότερα καί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στόν μαθητή του Μοτοβίλωφ.  Σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι νά λάβουμε τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ἀρετές εἶναι τό μέσον.
Κάθε φορά πού λησμονοῦμε αὐτή τήν ἀλήθεια καί ἐμπιστευόμεθα στίς δικές μας δυνάμεις, παραχωρεῖ ὁ ἅγιος Θεός νά ἔχουμε κάποια πτῶσι, γιά νά ἐλπίζουμε μόνο σ’ Αὐτόν. Θά γίνουμε ἄπτωτοι, ὅταν ἐμπιστευθοῦμε τελείως στόν Θεό καί ἀπελπισθοῦμε τελείως ἀπό τόν ἑαυτό μας.
Ὅταν ὁ ἀγωνιζόμενος μοναχός καί χριστιανός ἐπιτύχουν τήν κατά Χάριν ἀπόρρητο ἕνωσι, τότε «ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ· ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ»10, κάνοντας ὅλον τόν Θεό ἰδικό τους καί κερδίζοντας τόν ἴδιο τόν Θεό ὡς ἔπαθλο τῆς ἀναβάσεώς τους πρός Αὐτόν, ἑνωμένο μαζί τους ὡς μέ ἰδικά Του μέλη, μέ τόν τρόπο πού ἡ ψυχή περιπλέκεται στό σῶμα, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος τούς ἀξίωσε νά εἶναι μέσα σ’ Αὐτόν.
Ὅλος ὁ Θεός μέσα στόν θεωμένο ἄνθρωπο καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος μέσα στόν Θεό.
Γι’ αὐτή τήν δόξα καί αὐτό τό ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο ἔχουμε βαπτισθῆ καί ἔχουμε κληθῆ στήν μοναχική πολιτεία.
Τό τρίτο «ὅστις» ἀναφέρεται σέ ἐκείνους πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Μασσαλιανοί ὅσοι λέγουν ὅτι ὁ νοῦς ἑδρεύει στήν καρδιά ἤ στόν ἐγκέφαλο.
Σύμφωνα μέ τήν πατερική καί νηπτική ἀνθρωπολογία, ἡ οὐσία τοῦ νοῦ εἶναι στήν καρδιά, ἀλλά ἡ ἐνέργειά του ε ἶναι στόν ἐγκέφαλο11. Ἡ προσευχή πού γίνεται στήν καρδιά, ὅταν ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ἐπιστρέφῃ σ’ αὐτήν, εἶναι ἡ τελεία προσευχή.
Ἡ ἄσκησις νά συγκεντρώσουμε τόν νοῦ μας, νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό κάθε διάχυσι καί διασκορπισμό καί νά τόν βυθίσουμε στήν καρδιά, ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή προσευχή. Ἔτσι ἡ προσευχή μας δέν εἶναι κάτι τό διανοητικό μόνο ἀλλά προσευχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπό τό κέντρο του, τήν καρδιά ἑνωμένη μέ τοῦ νοῦ.


Τό τέταρτο «ὅστις» ἀναφέρεται σ’ ἐκείνους πού λέγουν ὅτι «τό ἐν Θαβωρίῳ τούς μαθητάς περιαστράψαν φῶς»12 εἶναι φάντασμα ἤ σύμβολον πού φαίνεται καί χάνεται, δέν ὑπάχρει καθ’ ἑαυτό καί εἶναι ἐνέργεια κατωτέρα τῆς νοήσεως.  Αὐτοί ἀντιλέγουν στούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζουν τό φῶς αὐτό ἀπόρρητο, ἄκτιστο, αἰώνιο, ἄχρονο, ἀπρόσιτο, ἄπλετο, ἀπεριόριστο, ἀθέατο σέ Ἀγγέλους καί ἀνθρώπους, ἀρχέτυπο καί ἀναλλοίωτο κάλλος, δόξα τοῦ Θεοῦ, δόξα τοῦ Χριστοῦ, δόξα τοῦ Πνεύματος, ἀκτῖνα τῆς θεότητος καί τά ὅμοια.
Ἡ σάρξ τοῦ Κυρίου ἐδοξάσθη ἀπό τήν στιγμή πού τήν προσέλαβε ὁ Θεός Λόγος.  Στήν Μεταμόρφωσι ὁ Κύριος ἄνοιξε τούς πνευματικά τυφλούς ὀφθλαμούς τῶν Μαθητῶν, γιά νά ἰδοῦν αὐτό πού πάντα Αὐτός ἦταν.  Αὐτός εἶναι τό ἀληθινό Φῶς, «τό τῆς δόξης ὡράϊσμα», πού ἔλαμψε σάν τόν ἥλιο.  Καί ὅμως, καί αὐτό τό ὑπερφυές θέαμα τῶν Μαθητῶν εἶναι ἀμυδρά εἰκών τῆς θείας δόξης, γιατί εἶναι ἀδύνατον νά εἰκονίζετια στήν κτίσι τό ἄκτιστο ἀπαραλείπτως (χωρίς ἔλλειψι).


Τό πέμπτο «ὅστις» ἀναφέρεται σέ ὅσους λέγουν ὅτι μόνο ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος ὄχι ὅμως καί οἱ ἐνέργειές Του, ἀπό τίς ὁποίες ὅλες ὁ Θεός εἶναι ἀνώτερος ὅπως ὁ ἐνεργῶν ἀπό τά ἐνεργήματά του. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀκολουθῶν τόν ἅγιο Μάξιμο διδάσκει ὅτι οἱ ἐνέργειες του Θεοῦς εἶναι ἀΐδιες (αἰώνιες), ἔστω καί ἄν ἔν χρόνῳ μετέχωνται ἀπό τούς χρονικά πεπερασμένους ἀνθρώπους13.
Εἶναι φανερό γιατί ὁ ἅγιος Παλαμᾶς ἐπιμένει στό ἄκτιστο καί ἀΐδιο τῶν θείων ἐνεργειῶν.  Διότι μόνον αὐτές ἠμποροῦν νά θεώσουν τόν ἄνθρωπο.
Γιά τόν ἴδιο λόγο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τούς Πνευματομάχους πού ἠρνοῦντο τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔλεγε: «Εἰ μή Θεός τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, θεωθήτω πρῶτον, καί οὕτω θεούτω με τόν ὁμότιμον»14.
Ὅταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, ἐφώναζε συνεχῶς πρός τόν Κύριο· «φώτισόν μου τό σκότος».  Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀξιώθηκε ὄχι μόνο νά λάβῃ τόν θεῖο φωτισμό καί νά ἰδῇ αὐτό τό φῶς, ἀλλά καί νά θεολογήσῃ θεόπνευστα, καί γι’ αὐτό νά ἀναδειχθῇ θεολόγος τοῦ Φωτός καί τῆς Χάριτος.  Αὐτό τό Φῶς, ὡς γνωστόν, περιέλαμψε καί τό ἅγιο λείψανό του, καθώς τό εἶδαν δύο ἐνάρετοι ἱερεῖς, ἕνας ἱερομόναχος καί ἕνας ἔγγαμος. Οἱ πολλοί δέν εἶδαν τό φῶς ἀλλά τήν ὑπερφυσική λαμπρότητα τοῦ προσώπου του.  Κάθε ἕνας βλέπει ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς του.
Θά τολμήσω νά εἰπῶ πρός παρηγορίαν μας, ὅτι κανείς δέν ἠμπορεῖ νά καταλάβῃ ὅτι εἶναι σκότος, ἐάν δέν δεχθῇ κάποια ἔλλαμψι τοῦ θείου Φωτός. Ἀκόμη ὅτι κάθε μοναχός καί κάθε χριστιανός πού εἰσῆλθε στήν ζωή τῆς μετανοίας ἀρχίζει νά θεᾶται κάτι ἀπό τό Ἄκτιστο Φῶς. Ὅσο καθαίρεται μέ τά δάκρα τῆς μετανοίας ἀπό τά πάθη, ὅσο ταπεινώνεται μέ τήν ἀληθινή ὑπακοή, ὅσο ἑνώνεται μέ τόν Χριστό διά τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τῆς προσευχῆς, τόσο θά λαμβάνῃ καί ἀνώτερες ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος μέχρι καί τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.
Στό ἕκτο «ὅστις» ὁ ἅγιος Γρηγόριος  ἀνάφέρεται σ’ αὐτούς πού δέν παραδέχονται ὅτι στά σώματα αὐτῶν πού προκόπτουν κατά Θεόν «ἐνσημαίνονται», ἀποτυπώνονται, πνευματικές καταστάσεις πού προέρχονται ἀπό τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔχουν στήν ψυχή τους.
Ἀναφέρεται ἐπίσης σ’ αὐτούς πού ἀπάθεια ὀνομάζουν τήν καθ’ ἕξιν νέκρωσι τοῦ παθητικοῦ μέρους  τῆς ψυχῆς καί ὄχι τήν μεταμόρφωσί του, πού εἶναι καθ’ ἕξιν στροφή τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς πρός τά ἀνώτερα, δηλαδή ὁλική ἀποστροφή τῶν κακῶν καί στροφή πρός τά καλά.
 Αὐτοί, λέγει ὁ Ἅγιος, δέν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐφ’ ὅσον τό σῶμα θά μετάσχῃ μέ τήν ψυχή στά ἀπόρρητα ἀγαθά, ἀσφαλῶς θά συμμετάσχῃ καί τώρα κατά τό δυνατόν στήν Χάρι πού χορηγεῖ ὁ Θεός μυστικά καί ἀπόρρητα στόν κεκαθαρμένο νοῦ15.
Ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος μᾶς διδάσκει δύο πολύ βασικές ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας. Ἡ πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ καθαιρόμενος καί ἁγιαζόμενος πιστός λαμβάνει ἐμπειρία τῆς Χάριτος ὄχι μόνο στήν ψυχή ἀλλά καί στό σῶμα του. Καί αὐτό εἶναι δίκαιο, ἀφοῦ τό σῶμα συναγωνίζεται μέ τήν ψυχή. Ὑπενθυμίζω τήν Ὀρθόδοξο ἀσκητική, πού εἶναι ἀσκητική τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος (π.χ. μετάνοιες, ὀρθοστασίες, ἀγρυπνίες κ.λ.π.).
Ἡ ἄλλη ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό παθητικόν τῆς ψυχῆς δέν νεκρώνεται, ἀλλά μεταμορφώνεται καί ἁγιάζεται. Ὁ θυμός π.χ. γίνεται θυμός κατά τοῦ διαβόλου· ὁ ἔρως γίνεται θεῖος ἔρως.
Ἡ ἀπάθεια λοιπόν γιά μᾶς δέν εἶναι μία στωϊκή ἀδιαφορία ἤ βουδιστική ἀπραξία, ἀλλά δραστική καί ἔμπυρος φορά πρός τόν Θεόν καί ἀξαγιασμός τῶν φυσικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου.
Καταλήγει ὁ Ἅγιος μέ τήν διευκρίνησι, ὅτι μέ φυσικό τρόπο ἡ μέν αἴσθησις ἀντιλαμβάνεται τό αἰσθητό φῶς καί τά αἰσθητά πράγματα, ὁ δέ νοῦς ἀντιλαμβάνεται τό φῶς τοῦ νοῦ πού εἶναι ἡ γνῶσις τῶν νοσημάτων καί τά νοήματα. Αὐτή εἶναι ἡ φυσική λειτουργία τῆς αἰσθήσεως καί τοῦ νοῦ.
«… ὅταν δέ πνευματικῆς καί ὑπερφυοῦς εὐμοιρήσωσι χάριτος τε καί δυνάμεως, αἰσθήσει τε καί νῷ, τά ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν καί πάντα νοῦ οἱ κατήξιωμένοι βλέπουσιν· ἵνα κατά τόν θεολόγον εἴπωμεν μέγαν Γρηγόριον, ὡς οἶδε μόνος ὁ Θεός, καί οἱ τά τοιαῦτα ἐνεργούμενοι»16.
Καί τό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό, ὅτι τό Ἄκτιστο Φῶς δέν γίνεται θεατό μέ τούς συνήθεις ὀφθαλμούς ἀλλά μέ αἰσθήσεις πνευματικές, ἀφοῦ οἱ σωματικές αἰσθήσεις μόνες τους εἶναι ἀνεπαρκεῖς γιά τέτοιο ὑπερφυές ὅραμα.
Ἀκολουθεῖ ὁ σύντομος ἐπίλογος:
«Ταῦτα ὑπό τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν· ταῦτα παρά τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν· ταῦτα διά τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας· ταῦτα καί τόν ἐν Ἱερομονάχοις τιμιώτατον καί ἀδελφόν ἡμέτερον Κύρ Γρηγόριον, ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων συγγραψάμενον, ὡς ταῖς τῶν Ἁγίων ἀκριβῶς ἑπόμενα παραδόσεσι, πρός πληροφορίαν τῶν ἐντυγχανόντων ὑπεγράψαμεν»17.
Ὅσα ὡμολογήσαν ὁ ἅγιος Γρηγόριος καί οἱ μετ’ αὐτοῦ Πατέρες τά παρέλαβαν ἀπό τάς Γραφάς καί ἀπό τούς Πατέρες (ἐννοεῖ καί τούς μυήσαντας αὐτούς στόν ἡσυχασμό).  Αὐτά τά ἐγνώρισαν διά τῆς μικρᾶς των πείρας, ὅπως λέγουν μέ ταπείνωσι. Τήν πεῖρα τῆς μετανοίας, τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς ἐλλάμψεως καί τελικά τῆς θεοπτίας καί θεώσεως. Ἡ προσωπική αὐτή πεῖρα τούς κατέστησε ἀπλανεῖς δέκτας καί μεταλαμπαδευτάς τῆς κοινῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας.
Χωρίς αὐτή τήν πεῖρα ὁ Θεός δέν γνωρίζεται ὡς Πρόσωπο. Παραμένει ἄγνωστος καί ἀκοινώνητος. Γι’ αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς συμβουλεύουν: «Δῶσε αἷμα καί λάβε Πνεῦμα».  Καί «μαθών τά θεῖα εἶναι ὁ παθών τά θεῖα».
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὡμιλοῦσε μέ τόν τρόπο αὐτό, διότι εἶχε αὐτή τήν πεῖρα. Αὐτήν λαχταρᾶ καί ἡ ἰδική μας ψυχή. Αὐτήν ἀναζητοῦν σέ μᾶς, κληρικούς καί μοναχούς, οἱ Χριστιανοί πού ἔρχονται κοντά μας.
Αὐτή τήν πεῖρα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μέ τόν Ζῶντα Θεόν ἐν Χριστῷ ἔχει ἀνάγκη περισσότερο ἀπό κάθε τι ἄλλο ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος. Ἐπειδή ὅμως δέν γνωρίζει ὅτι ἡ πεῖρα αὐτή ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία, κτυπᾷ λάθος πόρτες τῶν διαφόρων αἱρέσεων, ἀνατολικῶν, γνωστικῶν, πνευματιστικῶν.
Σωστά ἐλέχθη ὅτι τώρα εἶναι ἡ ὥρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὥρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὥρα τοῦ Μοναχισμοῦ.
Τόν Ἁγιορείτικο Τόμο ὑπογράφουν ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί 20 Πατέρες, Καθηγουμένοι καί Γέροντες. Τελευταῖος ὑπγράφει ὁ Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καί Ἁγίου Ὄρους, ὁ ὁποῖος τότε, ὡς φαίνεται, εἶχε κάποια πνευματική δικαιοδοσία στό Ἅγιον Ὄρος18:
«Ὁ ταπεινός Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καί Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβος, ταῖς ἁγιορειτικαῖς καί πατρικαῖς ἐντεθραμμένος
παραδόσεσι, καί μαρτυρῶν, ὅτι διά τῶν ἐνταῦθα ὑπογραψάντων λογάδων, ἅπαν τό Ἅγιον Ὄρος συμφωνοῦντες ὑπέγραψαν, καί αὐτός συμφωνῶν καί ἐπισφραγίζων,ὑπέγραψα.  Καί τοῦτο μετά πάντων προσγράφων· ὅτι τόν μή συμφωνοῦντα τοῖς ἁγίοις καθώς καί ἡμεῖς καί οἱ μικρῷ πρό ἡμῶν Πατέρες ἡμῶν, ἡμεῖς τήν αὐτοῦ κοινωνίαν οὐ παραδεξόμεθα»19.
Ἁγιορείτης στό ἦθος καί στήν πίστι ὁ Ἐπίσκοπος Ἰάκωβος. Συμφωνεῖ καί συνυπογράφει μέ τούς προκρίτους τῶν Γερόντων. Χαρακτηριστική ἡ ὑπογράμμισίς του, ὅτι δέν θά δεχθοῦν σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία ὅποιον ἀκολουθεῖ τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ Βαρλαάμ, ἄν καί δέν εἶχαν καταδιακσθῇ ἐπισήμως ὡς αἱρετικά. Ὑπόμνησις σέ ὅλους μας νά μή ἀδιαφοροῦμε γιά ὁποιαδήποτε ἀπόπειρα παραχαράξεως τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, γιατί θά ἔχῃ ἐπίπτωσι στήν ζωή μας καί στήν σωτηρία μας.
Ταπεινά ἐπικαλούμεθα τίς πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου διδασκάλου καί Πατρός μας, ἁγίου Γρηγορίου, ὥστε νά ἀνθίσῃ καί στίς ἡμέρες μας τό ἡσυχαστικό πνεῦμα, γιά νά παραγάγῃ καρπούς θεώσεως εἰς δόξαν τῆς Τρισηλίου θεότητος καί τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.



 __________________________________________________________________________


1.Ἀκινδύνου, Λόγος πρός Καλέκαν, ὑπό Π. Χρήστου, ἐν Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα, Ε.Π.Ε., Θεσ/νίκη, 1983,τ.3, σελ.7.
2. Γρηγ. Παλαμᾶ Ἁγιορείτικος Τόμος…. ἐν Φιλοκαλίᾳ, ἔκδ. ΑΣΤΗΡ, Α.Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι, 1976, σελ. 188, στίχ.4.
3.Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 189, στίχ. 2.
4.Ἔνθ’ ἀνωτ.στίχ.7.
5.Ἔνθ’ἀνωτ. στίχ.10.
6.Ἔνθ’ ἀνωτ.στίχ.15.
7.Ἔνθ’ ἀνωτ. στίχ. 20.
8.Ἔνθ’ ἀνωτ. στίχ. 24.
9.Ἔνθ’ ἀνωτ.στίχ. 36.
10.Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 190, στίχ.21.
11.Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 27.
12.Ἔνθ’ ἀνωτ. στίχ. 40.
13. Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 191, στίχ.18.
14.Γρηγορίου Θεολόγου ἔργα, Λόγος ΛΔ΄, Εἰς τούς ἀπ’ Αἰγύπτου ἐπιδημήσαντες, Ε.Π.Ε., Θες/νίκη, 1985, τ. 2, σελ. 142, στίχ. 20.
15.Ἁγιορείτικος Τόμος…, ἔνθ’ ἀνωτ. σελ 192, στίχ.1.
16. Ἔνθ’ ἀνωτ. στίχ.25.
17.Ἔνθ’ ἀνωτ. στίχ. 29.
18.Π.Χρήστου, ἐν Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα, Ε.Π.Ε., ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 484.
19.Ἁγιορειτικός Τόμος…,  ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 193, στίχ. 30.

Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὄρος
2000
σελ. 89-104
Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις
http://www.hristospanagia.gr/?p=8307#more-8307 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου